Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ!
«Ὁ Πλάτων εἰς τὴν Πολιτείαν του βεβαιοῖ ὅτι οἱ πόλεμοι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀδελφοκτόνοι ἀγῶνες, ἐνῷ ἡ ἐχθρότης μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων εἶναι πρᾶγμα φυσικὸν» (471 α–β).
Ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς των εἰς τὴν ἱστορίαν οἱ Ἕλληνες ὑπερβαίνοντες τὰ σύνορα τῶν ἰδιαιτέρων πόλεων-κρατῶν των, εἶχον τὸ συναίσθημα ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν ἰδίαν ἐθνικὴν κοινότητα. Ἤδη κατὰ τὸν 5ον π. Χ. αἰῶνα ὁ Ἡρόδοτος ἔδιδεν εἰς αὐτὴν τὴν κοινότητα ἕναν ὁρισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεισέρχονται ὄχι μόνον ἡ ἐθνικὴ καταγωγή, ἀλλὰ καὶ αἱ ἔννοιαι τῆς γλώσσης, τῆς θρησκείας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, χάρις εἰς τὰς ὁποίας οἱ Ἕλληνες διακρίνονται ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων λαῶν. Τὸ θέατρον, ἐξαιρετικῶς δημοφιλὲς μέσον ἐκφράσεως, εἶναι πλῆρες ὕμνων εἰς τὴν ἰδέαν του πανελληνισμοῦ ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀνωτερότητα τῶν Ἑλλήνων ἔναντι τῶν βαρβάρων. Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 4ου αἰῶνος, ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, διαδίδεται ὁ «Ὀλυμπιακὸς» λόγος, ὡς πρώτη ἔκφρασις τῶν πανελληνίων ἀντιλήψεων. Σώζονται τρεῖς Ὀλυμπιακοί, τοῦ Γοργία, τοῦ Λυσία καὶ τοῦ Ἰσοκράτους πρὸς τοὺς μαθητάς του.
Ὁ Γοργίας ἀπὸ τοὺς Λεοντίνους, ἐπικαλούμενος τὰς μνήμας τῶν Μηδικῶν πολέμων παρακινεῖ τοὺς Ἕλληνας ἐναντίον τῶν βαρβάρων Περσῶν. Ὁ Λυσίας, Συρακούσιος εἰς τὴν καταγωγήν, καλεῖ τοὺς Ἕλληνας νὰ ἑνωθοῦν διὰ νὰ ἀνατρέψουν τὸν «τύραννον» ποὺ ἐβασίλευεν εἰς τὴν πατρίδα του καὶ συγχρόνως νὰ συμφιλιωθοῦν μεταξύ των. Εἰς τὸν περίφημον «Πανηγυρικόν» του (380 π. Χ.) ὁ Ἰσοκράτης προετοιμάζει τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἀθηναϊκῆς αὐτοκρατορίας ὑπὸ τὴν μορφὴν μιᾶς δευτέρας ναυτικῆς συνομοσπονδίας, τῆς ὁποίας ἐμπνευστὴς ἦτο ὁ μαθητὴς καὶ φίλος του Τιμόθεος. Τὸ ἔργον του ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἀναγκαίας ἑνώσεως τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦ κοινοῦ των πολιτισμοῦ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον αὐτῆς τῆς ἑνώσεως.
Βραδύτερον καὶ μετὰ τὴν ἧτταν τῆς Σπάρτης (371 π. Χ.) εἰς τὰ Λεύκτρα ὑπό του Ἐπαμεινώνδα, ὁ Ἰσοκράτης εἰς τὸν «Πλαταϊκόν» του δὲν διεκδικεῖ πλέον τὴν Ἀθηναϊκὴν ἡγεμονίαν ἐπὶ μιᾶς ἡνωμένης Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὴν κατανομὴν τῆς ἐπιρροῆς μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἑλληνικῶν πόλεων ὡς ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν πρὸς διεξαγωγὴν ἑνὸς ἀποικιακοῦ πολέμου ἐναντίον τῶν βαρβάρων. Περὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του τὴν φροντίδα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἑνότητος αὐτῆς καὶ τῆς κατακτήσεως ὁ Ἰσοκράτης θὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὸν Φίλιππον, συνιστῶν εἰς αὐτὸν ὅπως καταστῇ «ὁ εὐεργέτης τῶν Ἑλλήνων, ὁ βασιλεὺς τῶν Μακεδόνων καὶ ὁ δεσπότης τῶν βαρβάρων».
Τὰ ὅρια τοῦ πανελληνισμοῦ του Ἰσοκράτους ἀκολουθοῦν καὶ ὅλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ φιλόσοφοι τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Αἱ ἐκδηλώσεις πίστεως ὑπὲρ τῆς συμφιλιώσεως τῶν Ἑλλήνων εἶναι πολλαί, συνοδευόμεναι πάντοτε ἀπὸ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ μίσους κατὰ τῶν βαρβάρων, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν συγκρότησιν ἑνὸς ἑνιαίου Ἑλληνικοῦ κράτους. Οὕτω ὁ Πλάτων εἰς τὴν Πολιτείαν του βεβαιοῖ ὅτι οἱ πόλεμοι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀδελφοκτόνοι ἀγῶνες, ἐνῷ ἡ ἐχθρότης μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων εἶναι πρᾶγμα φυσικόν, καὶ καλεῖ τοὺς συμπολίτας του νὰ «συμπεριφέρονται πρὸς τοὺς βαρβάρους ὅπως συμπεριφέρωνται τώρα ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον» (471 α–β).
Ὁ Ξενοφῶν εἰς τὸν «Ἀγησίλαόν» του, ἐγκωμιάζων αὐτὸν ἐκφράζει ἀνάλογα συναισθήματα: Ἡ ἐκστρατεία του Ἀγησιλάου εἰς τὴν Ἀσίαν δεικνύει τὴν ὁδὸν ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ ἐναντίον τῶν Περσῶν. Παρ’ ὅτι τὸ πανελλήνιον αἴσθημα ἐπεκράτησεν κατὰ τὸν τέταρτον αἰῶνα ποτὲ δυστυχῶς δὲν κατέληξεν εἰς τὴν ἀντίληψιν μιᾶς ἑνοποιημένης πολιτικῶς Ἑλλάδος. Οὐδαμοῦ τίθεται αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὑπάρχει μιὰ μόνον ἐξαίρεσις ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν προχωρεῖ εἰς βάθος: Ἡ ὑπόθεσις ποὺ διατυπώνει ὁ Ἀριστοτέλης, διὰ μίαν Ἑλλάδα ἡνωμένην εἰς μίαν καὶ μόνην πολιτείαν ποὺ θὰ ἠδύνατο νὰ κυριαρχήση ἐπὶ ὁλοκλήρου του κόσμου (Πολιτικός, ΙΧ, 1327b29).
Περιοδικὸ «Χρυσῆ Αὐγή», α.τ. 142 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009)
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
https://xrisiavgi.com/2025/01/13/21/166737/



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου