«Οἱ Χαλασοχώρηδες» ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ!
Στὸ διήγημά του ποὺ ἔγραψε ἐν ἔτει 1892, τὴν τελευταία ἑβδομάδα τῶν ἐκλογῶν στὶς ὁποῖες θὰ κερδίσει ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, ἐνῷ ἕναν χρόνο ἀργότερα ἡ Ἑλλάδα θὰ κηρύξει πτώχευση.
«Οἱ περὶ τὸν Μανόλην ἐγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ἀκούοντες καὶ ἅμα προυχώρουν, ὥστε παρ’ ὀλίγον ἔφθασαν τὴν πρώτην συνοδείαν, ᾖς τὰ μέλη ἠκροῶντο τὰς λεπτομερεῖς καὶ σπουδαίας ἀνακοινώσεις του Λάμπρου, κι ἐκοντοστέκοντο, καὶ πάλιν ἐβάδιζον. Τότε εἷς των πέντε ἀκούσας βήματα ἐστράφη καὶ εἶδε τὴν δευτέραν συνοδείαν καὶ τὴν ὑπέδειξεν εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ, οὗτοι δὲ ἐτάχυνον τὸ βῆμα.
Εἰσῆλθον πρῶτον ὁ Λάμπρος καὶ δύο τῶν σὺν αὐτῷ εἰς τὸν οἰκίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικοῦ, ἔχοντος τρεῖς υἱοὺς ἐκλογεῖς, οἱ δὲ λοιποὶ δύο τῆς συνοδείας ἔμειναν εἰς τὸ προαύλιον ὡς καραούλι.
Ἐκ τῆς ἄλλης συντροφίας, ὁ Μανόλης καὶ δύο ἄλλοι ἀνέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν του Ζυγαράκια, ἔχοντος τέσσαρας υἱοὺς καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ἀνεψιῶν, ὅλους ψηφοφόρους, δύο δὲ καὶ ἐκ τῆς συνοδείας ταύτης ἔμειναν ἔξω τῆς θύρας, βιγλίζοντες. Δεύτερον ἀνέβησαν οἱ περὶ τὸν Λάμπρον εἰς τὴν οἰκίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οἱ δὲ περὶ τὸν Μανόλην εἰσῆλθον εἰς τὴν καλύβην του Μαλλιοδήμου του αἰγοβοσκοῦ. Ἀκολούθως ἐπεσκέφθησαν καὶ ἄλλας οἰκίας, κατὰ τὴν αὐτὴν πάντοτε τακτικήν, δύο ἐξ ἑκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ὡς οὐραγῶν ἔξω τῆς θύρας ἢ κάτω τῆς λιθίνης κλίμακος.
Ἦτο δὲ ὀγδόη ἢ δεκάτη ἑσπέρα αὕτη, καθ’ ἢν ὁ Μανόλης καὶ ὁ Λάμπρος μετὰ τῶν αὐτῶν ἢ ἄλλων ὀπαδῶν δὲν ἔπαυσαν ἐπισκεπτόμενοι τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν καὶ ψηφοθηροῦντες. Παντοῦ ἐλάμβανον καὶ ἔδιδαν λιπαρᾶς διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ὥστε εἰς τῶν μετά του Μανόλη, συνοδεύσας αὐτὸν πολλὰς ἑσπέρας εἰς τοιαύτας ἐκδρομάς, ἀλλὰ πρώτην φορὰν ἐφέτος βλέπων ἐκλογάς, καθ' ὅσον ἦτο ναυτικὸς καὶ συνήθως ἀπεδήμει, ἔλεγεν εὔπιστος, οἰκτείρων τῆς ἀντιθέτου μερίδος τοὺς τόσους δρόμους· - Τί χαλνοὺν τὰ παπούτσια τους! Τώρα πιὰ οἱ ψῆφοι μᾶς περισσεύουν!»
Αὐτὰ γράφει ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) στὸ διήγημά του καὶ εἶναι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ ἀπόσπαμα δημοσιεύεται στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη, σύμφωνα μὲ τὸ ΑΠΕ-ΜΠΕ. Ὁ Παπαδιαμάντης μιλάει γιὰ τοὺς πολιτικούς, γιὰ τὶς ἐκλογικὲς συνήθειες, γιὰ τὶς πάγιες ἀδυναμίες τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑπερκινητοποίηση τῶν τοπικῶν παραγόντων ἐν ὄψει τῆς ἐκλογικῆς ἀναμέτρησης. Ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ συχνὰ τὴ λέξη «διαφθορά», ἐνῷ στὴ δράση δὲν ὑπάρχουν πρωταγωνιστικὰ πρόσωπα οὔτε θετικοὶ ἢ ἀρνητικοὶ χαρακτῆρες.
Ὁ Παπαδιαμάντης θέλει ἁπλῶς νὰ ὑποδείξει φαινόμενα καὶ καταστάσεις καὶ εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ περάσει ἀπὸ τὴν ἠθογραφία σὲ μιὰ ὀξύτερη καὶ περισσότερο κριτικὴ καὶ κοινωνικὴ ματιά. Ἂν πρωταγωνιστοῦν κάποιοι στὸ διήγημά του, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ψηφίζουν καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ψηφίζονται. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ κάνουν ὅ,τι περνᾶ ἀπὸ τὸ χέρι τους γιὰ νὰ βγοῦν ὠφελημένοι ἀπὸ τὶς ἐκλογές. Τόπος, εἶναι, βέβαια, ἡ γενέτειρα τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ νησὶ τῆς Σκιάθου.
Ὁ Παπαδιαμάντης συνεχίζει: «Ὁ δυστυχὴς Σπληνογιάννης δὲν ἐνθυμεῖτο νὰ εὑρέθη ποτὲ εἰς δυσχερεστέραν θέσιν. Εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τριῶν ἐχθρῶν, ὤν φοβερώτερος βεβαίως ἦτο αὐτὴ ἡ σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ἕνα ἕκαστον ἂν τοὺς εἶχε συναντήσει, ἦτον ἱκανὸς διά της ψευτικῆς, τοῦ μόνου ὅπλου ὅπερ ἀπέμεινεν εἰς τοὺς χωρικούς, ὅπως ἀνταγωνίζονται κατὰ τόσων καὶ τόσων πολιτικῶν ἢ κοινωνικῶν καὶ βιοτικῶν πιέσεων καὶ διωγμῶν (ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀκονίζεται δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ πταισματοδικεία καὶ εἰρηνοδικεία, ὅπου ὁ χωρικὸς γίνεται σωστὸς βλαχοδικηγόρος) νὰ τὰ βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων καὶ τοὺς τρεῖς κατὰ πρόσωπον, φασκελώνων καὶ τὰ δύο κόμματα ὄπισθεν τῶν νώτων καὶ ὁρκιζόμενος καθ’ ἑαυτὸν νὰ μαυρίσει περιφρονητικῶς ὅλας κατὰ σειρὰν τὰς κάλπας τῶν αὐτοκλήτων ἀντιπροσώπων τοῦ ἀτυχοῦς λαοῦ, τοῦ τόσον δεινοπαθοῦντος καὶ τυραννουμένου.
Ἂλλ’ ἐνῷ ἡ παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ἤδη ἀνίσχυρον το μόνον ὅπλον του, εἰς ἐπίμετρον προσετέθη καὶ ἔφοδος τοῦ Μανόλη τοῦ Πολύχρονου, ὅστις θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἦλθεν ἐπίτηδες διὰ νὰ παραστεῖ δωρεὰν εἰς περίεργον οἰκογενειακὴν κωμωδίαν.
Οὐδὲν ἄλλο καταφύγιον εἶχε ἢ νὰ ζητήσει μικρὰν ἀνακωχήν·
Ἂς εἶναι, εἶπε, θὰ ἰδοῦμε· σήμερα Τρίτη, ὡς τὴν Κυριακὴ ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἐκλογές, θὰ μᾶς φωτίσει ὁ Θεὸς τί νὰ κάνουμε...
Ὄχι! Ὄχι! ἔκραξεν ἡ γυνὴ γελῶσα ἀκουσίως, ἀρχίσασα φαίνεται καὶ αὐτὴ νὰ ἐννοεῖ τὸ κωμικὸν τῆς θέσεως. Ὄχι! Ὄχι!
Ὁ Παπαδιαμάντης συνεχίζει: «Ὁ δυστυχὴς Σπληνογιάννης δὲν ἐνθυμεῖτο νὰ εὑρέθη ποτὲ εἰς δυσχερεστέραν θέσιν. Εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τριῶν ἐχθρῶν, ὤν φοβερώτερος βεβαίως ἦτο αὐτὴ ἡ σύζυγός του. Μεμονωμένους, καθ’ ἕνα ἕκαστον ἂν τοὺς εἶχε συναντήσει, ἦτον ἱκανὸς διά της ψευτικῆς, τοῦ μόνου ὅπλου ὅπερ ἀπέμεινεν εἰς τοὺς χωρικούς, ὅπως ἀνταγωνίζονται κατὰ τόσων καὶ τόσων πολιτικῶν ἢ κοινωνικῶν καὶ βιοτικῶν πιέσεων καὶ διωγμῶν (ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀκονίζεται δὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὰ πταισματοδικεία καὶ εἰρηνοδικεία, ὅπου ὁ χωρικὸς γίνεται σωστὸς βλαχοδικηγόρος) νὰ τὰ βγάλει πέρα μαζί των, φενακίζων καὶ τοὺς τρεῖς κατὰ πρόσωπον, φασκελώνων καὶ τὰ δύο κόμματα ὄπισθεν τῶν νώτων καὶ ὁρκιζόμενος καθ’ ἑαυτὸν νὰ μαυρίσει περιφρονητικῶς ὅλας κατὰ σειρὰν τὰς κάλπας τῶν αὐτοκλήτων ἀντιπροσώπων τοῦ ἀτυχοῦς λαοῦ, τοῦ τόσον δεινοπαθοῦντος καὶ τυραννουμένου.
Ἂλλ’ ἐνῷ ἡ παρουσία του Λάμπρου του Βατούλα καθίστα ἤδη ἀνίσχυρον το μόνον ὅπλον του, εἰς ἐπίμετρον προσετέθη καὶ ἔφοδος τοῦ Μανόλη τοῦ Πολύχρονου, ὅστις θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἦλθεν ἐπίτηδες διὰ νὰ παραστεῖ δωρεὰν εἰς περίεργον οἰκογενειακὴν κωμωδίαν.
Οὐδὲν ἄλλο καταφύγιον εἶχε ἢ νὰ ζητήσει μικρὰν ἀνακωχήν·
Ἂς εἶναι, εἶπε, θὰ ἰδοῦμε· σήμερα Τρίτη, ὡς τὴν Κυριακὴ ποὺ θὰ εἶναι οἱ ἐκλογές, θὰ μᾶς φωτίσει ὁ Θεὸς τί νὰ κάνουμε...
Ὄχι! Ὄχι! ἔκραξεν ἡ γυνὴ γελῶσα ἀκουσίως, ἀρχίσασα φαίνεται καὶ αὐτὴ νὰ ἐννοεῖ τὸ κωμικὸν τῆς θέσεως. Ὄχι! Ὄχι!
Καὶ νὰ πῶς κλείνει ὁ Παπαδιαμάντης τὸ διήγημά του: «Τὴν ἀγγελίαν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀποτελεσμάτων ὑπεδέχετο ἔξω ὁ λαὸς δι’ ἐπευφημιῶν, δι’ ἀλαλαγμῶν καὶ καγχασμῶν εὐθυμοτάτων.
ΠΗΓΗ: Reader,gr
Ι.Λ
ΛΑΡΙΣΑ
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου