Ο ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ!
8 Ἀπριλίου 1910
Σήμερα πρωὶ 8 τοῦ Ἀπρίλη εἶναι σταχτερώτατος ἀνοιξιάτικος καιρὸς ποὺ θὰ βρέξει. Κ’ ἔλαβα ἀπὸ τὸν Περικλῆ Γιαννόπουλο ἕνα χαρτὶ ποὺ λέει: «Τί κρῖμα νὰ μὴ Σᾶς ἰδῶ. Φεύγω γιὰ Θεσσαλίες. Τί κρῖμα!» Καὶ ἀποπίσω ἔχει ἀπὸ τὴ ζωηφόρο τοῦ Παρθενῶνα ἕνα ἄλογο ποὺ ἀγρίεψε καὶ πάει νὰ τραβήξει ἕναν ἔφηβο ποὺ βαστᾶ καλὰ καὶ δὲν τὸ ἀφίνει νὰ φύγει. Τὸ κεφάλι τοῦ νέου εἶναι χαλασμένο καὶ φαίνεται ἐπάνω στὸ μάρμαρο μονάχα τὸ σχῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ κεφαλιοῦ. Τὰ φορέματα τοῦ νέου τὰ παίρνει ὁ ἀέρας. ΦΟΒΟΥΜΑΙ πὼς ὁ νέος – ὁ Περικλῆς Γιαννόπουλος – νοιώθοντας πὼς γερνάει καὶ μὴ θέλοντας νὰ γεράσει, θὰ κόψει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του...
10 Ἀπριλίου
Ὁ Γιαννόπουλος σκοτώθηκε προχτὲς τὴν Πέμπτη στὴ θάλασσα. Ἔβρεχε ἐκείνη τὴν ἡμέρα.
Εναι ὄμορφη ἡ Ἀττικὴ νύχτα μὰ δὲν εἶναι ὁ Γιαννόπουλος ἐδῶ νὰ τὴν ἰδεῖ, λάμπουν μάταια τὰ ἄστρα, μάταια εὐωδιάζουν οἱ πορτοκαλιὲς τοῦ κήπου, καὶ τὸ ἀηδόνι μάταια τραγουδεί. Μονάχα ὁ γκιόνης εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν περίσταση, λέει τὸ θλιβερὸ τραγούδι του ὁ γκιόνης καὶ δὲν εἶναι μάταιο τὸ τραγούδι του αὐτό. Καὶ τὰ δειλινά, ἡ θλίψη τῆς ὀμορφιᾶς τῶν χρωμάτων μὲ πιάνει στὸ λαιμό, μὲ πνίγει.
Γιατί χάθηκε; Γιατί δὲν τὰ βλέπει πιά; Τί λόγο ἔχουν καὶ ὑπάρχουν τὰ πράματα ποὺ ἀγάπησε αὐτός, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ τ’ ἀγάπησε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ νὰ τὰ ἰδεῖ; Τί λάμπει τὸ ἄστρο ἄσκοπα; Τί φέγγει τὸ φεγγάρι; Τί καίει ὁ ἥλιος; Τί φυσάει τ’ ἀεράκι τὰ μεσημέρια; Καὶ βιάζομαι, βιάζομαι τρομερὰ γιὰ νὰ φύγω κ’ ἐγὼ ἐκεῖ ποὺ πῆγε κεῖνος νὰ κατοικήσει. Μ’ ἀρέσει ὁ θάνατος, τὸν ἐρωτεύομαι. Τόσο τὸν ἀγαπῶ ποὺ ὅλα τ’ ἄλλα μοῦ φαίνονται σαχλὰ καὶ ἀνούσια καὶ μέτρια, οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ μικροσυμφέροντά τους καὶ τὰ μικροκαμώματά τους καὶ ὅλη τους ἡ μικρότητα καὶ ἡ φρονιμάδα. Βία τρελλὴ μὲ παίρνει κατὰ τὸ θάνατο. Πότε νὰ τελειώσω τὶς δουλειές μου ὅλες, ὅσες ἀνάγκασα τὸν ἑαυτό μου νὰ φορτωθεῖ; Πότε νὰ τελειώσω γιὰ νὰ φύγω; Τί ὄμορφος ποὺ εἶναι ὁ θάνατος! Πῶς μὲ τραβᾶ! Αἰσθάνομαι ἀηδία γιὰ τὰ πράματα τῆς ζωῆς. Καὶ ὅμως τὴν ἀηδία αὐτὴ θέλω νὰ τὴ νικήσω. Θέλω νὰ ζήσω.
Τὴ βραδειὰ ποὺ ἔμαθα πὼς σκοτώθηκε ἐκεῖνος, περπατοῦσα στὸ δρόμο σὰ νὰ εἶχα φτερὰ στὰ πόδια μου, γιατί ἤμουν μεθυσμένος ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ θανάτου. Τί τραγικὴ ὀμορφιά! Πόσο ἄσχετος εἶμαι ἀπὸ τὰ πράματα καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ περιτριγυρίζουν! Πόσο ἔξω ἀπ’ αὐτὰ εἶμαι! Καὶ πόσο κόπο κάνω γιὰ νὰ νικήσω τὴν ἀηδία!
Καὶ ἤμουν μεθυσμένος καὶ φόρεσα λουλούδια, γιατί λουλούδια καὶ κεῖνος θὰ φοροῦσε ἂν ζοῦσε, καὶ θὰ ἤθελε καὶ κεῖνος νὰ μὴ γιορτάσει κανεὶς τὸ θάνατό του ἀλλοιὼς παρὰ μὲ λουλούδια καὶ μὲ γέλοια καὶ χαρά. Μὰ ἡ χαρὰ ἐκείνη ἡ τρισμεγάλη, ἡ βαθύτατη, ἡ ἡδονική, ἡ τραγικὴ χαρὰ τῆς μέθης τοῦ θανάτου, εἶναι ὁ πόνος, ὁ πόνος ποὺ φτάνει ὡς τὴν ἡδονή!
Καὶ ἔξαφνα χτὲς τὸ βράδυ μὲ πλάκωσε τὸ βάρος τὸ τρανὸ μιᾶς λύπης μολυβένιας ποὺ δὲ λέγεται, καὶ ἔσκυβα τὸ κεφάλι κάτω καὶ ὅταν μιλοῦσαν οἱ ἄλλοι, δὲ μ’ ἔμελε τί ἔλεγαν, καὶ περπατοῦσα ἴσια μπροστά μου μὲ σκυμμένο κεφάλι καὶ δὲν ἤξερα ποῦ πήγαινα. Καὶ ὅ,τι ἔβλεπα ἤτανε παράχορδο καὶ ὅ,τι ἄκουα ἤτανε κοινὸ καὶ ἤθελα νὰ ξεράσω.
Ἀγόρασα μιὰν ἐφημερίδα ποὺ ἕνας φίλος μου ἔγραφε κάτι ὄμορφα γιὰ κεῖνον λόγια καὶ τὸ διάβασα, δυό, τρεῖς, τέσσερεις φορές – κι ὅλο τὰ ἴδια πάλι.
Στὴν Ἀκρόπολη πρωὶ τῆς Κυριακῆς ἀνέβηκα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἤτανε νὰ γυρίσει ἡ ἀγαπημένη μου, μὰ ὁ ἀγαπημένος μου ἐκεῖνος εἶχε πεθάνει. Καὶ ἔκοψα μιὰ παπαρούνα, ποὺ τὴν ὀνόμαζε ἐκεῖνος «τὸ ἄνθος τῆς Περσεφόνης» καὶ μιὰ μαργαρῖτα, στὴν πόρτα τῆς Ἀκρόπολης καὶ ἀνέβηκα γρήγορα τὰ μαρμάρινα σκαλιὰ καὶ ἔβαλα στοὺς βράχους τοὺς λαξευμένους μπροστὰ στὸν Παρθενῶνα τὰ λουλούδια αὐτά! Καὶ κείνη τὴν ὥρα κι ὅλο τὸ πρωὶ ἐκεῖνο ἔτρεμε ἡ ψυχή μου ἀπὸ συγκίνηση ἄφραστη. Ἦταν σὲ συνουσία μὲ τὴν ψυχὴ τὴ δική μου...
Ὁ Γιαννόπουλος μοῦ εἶπε τώρα τελευταία πὼς ἡ μορφή μου κόβει σὰ σπαθὶ καὶ ὅτι πρέπει, τώρα ποὺ ἡ ἔνταση τῆς ζωῆς μου εἶναι στὸ κατακόρυφο, νὰ μὲ ζωγραφίσει κάποιος. Τοῦ εἶπα πὼς δὲ μ’ ἀρέσει νὰ διαιωνίζω τὴ μορφή μου.
Ἔνοιωθε πὼς ἤρχουνταν τὰ γερατειὰ καὶ δὲν ἤθελε νὰ χάσει τα νειάτα του. Κάπου κάπου ἔλεγε: «Δὲ θέλω νὰ σέρνομαι σὰν τοὺς ἄλλους». Καὶ ἦταν μιὰ περιφρόνηση τόσο ὄμορφη μέσα στὰ λόγια του.
Ἀπὸ τότε ποὺ πέθανε, αἰσθάνομαι: α) Πεῖσμα γιὰ νὰ κάνω ἐκεῖνα ποὺ πάντα ἤθελα β) Πίστη σὲ ὅ,τι δὲν εἶναι κοινωνικὸ αἴσθημα γ) Ἀγάπη ἔντονη γιὰ τὴ φυλὴ μοῦ δ) Λύπη ποὺ δὲ βλέπει ἐκεῖνος τὴν Ἀττικὴ ποὺ μάταια παρουσιάζει τὴν καλλονή της ε) Ἐλευθερία, ἐλευθερία ἀπεριόριστη, σὰ νὰ φυσοῦσε ἕνας μεγάλος ἄνεμος, καὶ σὰ νὰ ἤμουν ἐγὼ αὐτὸς ὁ ἄνεμος, καὶ σὰ νὰ ἤμουνα μέσα του καὶ τὸν ἄκουγα. Τίποτε δὲ μὲ νοιάζει ἀπὸ κεῖνα ποὺ λὲν οἱ ἄνθρωποι γιὰ μένα. Κατέχω τὸν ἑαυτό μου. Ὁ θάνατος τοῦ Γιαννόπουλου στερέωσε τὸν ἑαυτό μου. Ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος ἀληθινός, ἀκέριος. Πίστευε ὅ,τι ἔκανε καὶ ἔκανε ὅ,τι πίστευε. Βλέπω τὴ ζωή του σὰ νὰ ἦταν ἡ μορφή του. Μὲ τὸ σταμάτημα ποὺ ἔκανε τῆς ζωῆς του μοῦ ἔδωσε ὁλόκληρη τὴν εἰκόνα του, τὴ μορφή του καὶ ὅλα τὰ χρόνια, ὅλες τὶς μέρες, ὅλες τὶς ὧρες, ὅλες τὶς στιγμὲς τῆς ζωῆς ποὺ ἔζησε. (Effet de perspective). Μὲ τὸ θάνατό του τὸ θεληματικό, περιόρισε τὴ ζωντανότητά του μέσα σὲ χρονικὰ ὅρια καὶ ξεφύτρωσε γιὰ μένα ἡ μορφή του καὶ ἡ ἔνταση τῆς ζωντανάδας του ἀκέρια, ἡ δύναμή του ὁλάκερη. Καὶ εἶδα σὰν δρᾶμα τὴν ψυχή του καθάρια. Ω βράχοι της Πνύκας ποὺ περιδιαβάζαμε ἄλλοτε, τί μελαγχολία ἔχετε! Ἐκεῖ στεκόμαστε καὶ ἀπὸ κεῖ βλέπαμε τὸν κόσμο, καὶ λαχταρούσαμε γιὰ μιὰ φυλὴ ὄμορφη, πανόμορφη σὰν τὴ φυλὴ ποὺ γέννησε τὸν πολιτισμὸ τὸν Ἑλληνικό.
Ω κρίσες μικρότατες τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι τώρα θέλουν νὰ δείξουν πὼς κάτι ξέρουν. Ὅλοι θέλουν νὰ φανοῦν ἀνώτεροι ἐκεινοῦ ποὺ ἀπόθανε ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄνθρωποι ἄξιοί του...
Καὶ ὅταν τὴν Πέμπτη ἐκείνη ἔλεγα τοῦ ἀδελφοῦ μου πὼς θὰ σκοτωθεῖ, ὁ ἀδελφός μου ἀποκρινόταν: «Μὰ ἦταν γελαστὸς προχτὲς ποὺ τὸν εἶδα». Καὶ ὅταν τὴν ἴδια μέρα ἔλεγα ἑνὸς φίλου του πὼς θὰ σκοτωθεῖ, ὁ φίλος του ἀποκρίνουνταν: «Μὰ τὸν εἶδα χτὲς στὴν πλατεῖα καὶ φοροῦσε παπαροῦνες». Καὶ δὲν πίστευαν ἐκεῖνο ποὺ πίστευα ἐγώ, ὅτι θὰ σκοτόνουνταν. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἦταν πεθαμένος.
Μοῦ φαίνεται πὼς τώρα ποὺ ἔφυγε κεῖνος, εἶναι ἀνάγκη νὰ φορτωθῶ ὅλα τὰ βάρη ἐκείνου. Καὶ γι’ αὐτὸ ἔχω πολλὴ δουλειά, πάρα πολλὴ δουλειά. Οὔτε μιὰ στιγμὴ τῆς ζωῆς μου δὲν πρέπει νὰ χάσω...
Ἰούνιος
Ἦταν στὴ φυσιολογική του κατάσταση τέλεια εὐχαριστημένος ἔξω στὴ φύση τὴν ἀττική, χαϊδεμένος ἀπὸ τὸν ἀέρα, ἀπὸ τὴ ζέστη τὴν καλοκαιρινή, ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς γῆς, τῶν φυτῶν καὶ τῶν δέντρων...
Πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐνέργεια. Στὴν πολιτική του ἐνέργεια μάζευε τοὺς πολλούς, τὸ μεγάλο κύκλο τῶν ἀνθρώπων τῆς φυλῆς του. Στὴν κοινωνική του ἐνέργεια μάζευε γύρω του τὸ λεπτότερο, τὸ μικρότερο κύκλο, τὸν κύκλο τῶν διανοητικῶν ἀνθρώπων τῆς φυλῆς του. Καὶ ἔτσι ἦταν πλήρης καὶ ἀκέριος.
Δεκέμβριος
Χτές, στὴν Ἀκρόπολη, περπάτησα στὸν ἥλιο τοῦ δειλινοῦ, ποὺ περνοῦσε ἀνάμεσα στὶς κολόνες τοῦ Παρθενῶνα, καὶ ἦταν ζέστη καὶ ἦταν ὀμορφιά. Βράχια τριανταφυλλιὰ καὶ μάρμαρα χρυσᾶ, καθαρότητα. Θύμηση τοῦ Γ. ποὺ πάντα κοντὰ τοὺς ἔζησε.
πηγή: «Φύλλα Ἡμερολογίου», Δ’ 1908-1912, ἐκδόσεις Ἑρμῆς, Ἀθήνα 1985
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
https://xrisiavgi.com/2026/04/12/20/169811/



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου