ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΑΓΑΠΗΝΟΣ «ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ»: ΑΘΑΝΑΤΟΣ!

 Ὁ «Καπετὰν Ἄγρας» ἦταν Μακεδονομάχος καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς ἡρωικότερες μορφὲς τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Ἔμεινε στὴν ἱστορία μὲ τὸ πολεμικὸ ψευδώνυμο «Τέλλος Ἄγρας». Κατατάχθηκε ἐθελοντὴς στὰ στρατιωτικὰ σώματα ποὺ ἀγωνίζονταν στὴ Μακεδονία ἐναντίον τῶν Βούλγαρων κομιτατζήδων. Ἦταν θερμὸς ὑποστηρικτὴς τῆς ἰδέας ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ τῆς Μακεδονίας θὰ ἀφυπνιζόταν μόνο μὲ τὴ δράση. Πολέμησε στὴν περιοχή του Βερμίου, ἐνῷ σημαντικὴ ὑπῆρξε ἡ συμβολὴ τοῦ νεαροῦ ἀνθυπολοχαγοῦ στὶς σκληρὲς μάχες γιὰ τὴν ἐκκαθάριση τῆς λίμνης των Γιαννιτσῶν, ἡ ὁποία, λόγῳ τῆς φυσικῆς της θέσης καὶ τῶν βουλγάρικων ὀχυρώσεων, εἶχε καταστεῖ ὀχυρὸ ἀπροσπέλαστο.Τον Ἰούνιο τοῦ 1907 δέχθηκε πρόταση τοῦ βοεβόδα Ζλατὰν γιὰ τοπικὴ εἰρήνευση, ὅμως ἐκεῖνος τὸν συνέλαβε, τὸν διαπόμπευσε καὶ τὸν κρέμασε κοντὰ στὸ χωριὸ Βλάδοβο, τὸ σημερινὸ Ἄγρα, τῆς Ἔδεσσας. 

Ὁ Σαραντέλλος ἢ Σαράντος Ἀγαπηνὸς τοῦ Ἀνδρέου, ἀνθυπολοχαγὸς πεζικοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καταγόταν ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους τῆς Μεσσηνίας καὶ ἐγενήθη τὸ 1881 στὸ Ναύπλιο, ὅπου ὁ πατέρας του ἐργαζόταν ὡς ἐφέτης. Ἔμεινε στὴν ἱστορία μὲ τὸ πολεμικὸ ψευδώνυμο «Τέλλος Ἄγρας». Μεγάλωσε σὲ οἰκογένεια, ἡ ὁποία εἶχε προσφέρει στὸ ἔθνος πολλοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ 1821. Ὁ Σαράντος Ἀγαπηνὸς εἶχε δυὸ ἀδελφούς, τὸν Ἀντώνη καὶ τὸν Νῖκο. Ἡ μιὰ γιαγιά του ἦταν τῆς οἰκογενείας Παπατζώνη, ἐπίσης οἰκογένεια ἡρώων τοῦ ἀγῶνα τῆς Παλιγγενεσίας, τῆς ὁποίας γόνος ἦταν καὶ ὁ σημαντικὸς ποιητής μας Παπατζώνης. Ὁ παπποῦς του Ἀντώνιος Ἀγαπηνὸς ἦταν ἔφορος τῆς ἐπιμελητείας τοῦ ἀγῶνα γιὰ τὴν περιοχή των Γαργαλιάνων. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ παπποῦ του Διονύσιος Ἀγαπηνὸς ἦταν μέλος τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Τὸ ὄνομά του τὸ βρίσκουμε ἀκόμη στὴ μαύρη λίστα τῆς φοβερῆς ἀστυνομίας τοῦ Τσάρου, διότι μαζὶ μὲ ἄλλους Ἕλληνες ἐπαναστάτες πατριῶτες συνέδραμαν τοὺς περίφημους Δεκεμβριστὲς τοὺς Ρώσους Ἐπαναστάτες τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1825. 

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως ὁ Νιόνιος Ἀγαπηνός, ἐπί κεφαλῆς πολεμικοῦ σώματος ἀπὸ ἑκατὸ Γαργαλιανιῶτες, λαμβάνει μέρος μαζὶ μὲ τὸν Γενναῖο Κολοκοτρώνη, τὸν Κωνσταντῖνο Δεληγιάννη καὶ τὸν Δημητράκη Πλαπούτα στὴ πολιορκία του Νιόκαστρου στὴν Πύλο, στὴν θέση τῶν Παλαιῶν Πατρῶν, στὴν Ἐκστρατεία τῆς Ἀθήνας καὶ στὰ Δερβενάκια κατὰ τοῦ Δράμαλη, ὅπου ἐπέδειξε μεγάλη γενναιότητα καὶ ἡρωισμό. Τὸ 1895 ὁ Τέλλος Ἀγαπηνὸς εἰσάγεται στὴ σχολὴ τῶν Εὐελπίδων καὶ διαπρέπει. Βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς δύο καλύτερους μαθητές. Μέσα ἀπὸ τὸ προσωπικό του ἡμερολόγιο φαίνεται ἡ πίστη του στὶς ἀκατάλυτες ἀξίες ποὺ τὸν συνόδευσαν σὲ ὅλη του τὴ ζωή.Το 1901 ἀποφοιτᾶ ἀπὸ τὴ σχολὴ Εὐελπίδων καὶ τοποθετεῖται στὴ φρουρὰ τῆς Ἀθήνας, στὸ ἕβδομο Σύνταγμα. Στὴ Μακεδονία πῆγε ἐθελοντικὰ κατόπιν ἐπανειλημμένων δικῶν του προσπαθειῶν, ἐνῷ οἱ ἀνώτεροί του δὲν τοῦ ἔδιναν ἄδεια, λόγῳ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Ἀναγκάστηκε νὰ καταφύγει στὴ μεσολάβηση τοῦ φίλου του Μακεδονομάχου ὑπολοχαγοῦ Ρόκκα (καπετὰν Κολιός). Ὁ τότε διάδοχος Κωνσταντῖνος ἐγκρίνει τὴν μετάθεσή του τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1902 στὸν Τύρναβο, λέγοντάς του ὅτι πρώτη φορά του ζητᾶ ἀξιωματικός την χάρη νὰ τὸν στείλει στὰ σύνορα. 

Τελικὰ διορίζεται ἀρχηγὸς ἑνὸς ἀντάρτικου σώματος, τὸ ὁποῖο προετοίμαζε στὸν Βόλο ὁ καπετὰν Ἀκρίτας (Κωνσταντῖνος Μαζαράκης). Καὶ μιὰ νύχτα τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1906, αὐτὸς ἀρχηγὸς μὲ καπετάνιο τὸν Γεώργιο Τηλιγάδη καὶ δώδεκα εὐζώνους Ρουμελιῶτες φεύγουν μὲ ἱστιοφόρο ἀπὸ τὸ Τσάγεζι, τὸ σημερινὸ Στόμιο τῆς Λάρισας, γιὰ τὴ Μακεδονία. Στὸ συνοριακὸ φυλάκιο ποὺ ὑπηρέτησε ἔγινε ἥρωας ἀρκετῶν ἐπεισοδίων μὲ τοὺς ἀπέναντι Τούρκους. Σὲ μιὰ περίπτωση μάλιστα, πήδησε τὰ σύνορα καὶ μπῆκε στὸ Τούρκικο φυλάκιο προκειμένου νὰ φέρει πίσω ἕνα ὅπλο «γκρὰ» ποὺ ἀνῆκε στὸν Ἑλληνικὸ στρατὸ καὶ τὸ κρατοῦσαν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1897. Μετὰ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, ἔλεγε στοὺς παλαιότερους ἀξιωματικοὺς συναδέλφους του γιὰ τοὺς Τούρκους: «Ἀπορῶ, βρὲ ἀδελφέ, πὼς τέτοια ζῶα σας ἐκυνήγησαν στὸν πόλεμο τοῦ 1897». 

Μαζὶ μὲ τὸ σῶμα του Ἄγρα, τὸ Γενικὸ Προξενεῖο Θεσσαλονίκης ἀποστέλλει στὴ λίμνη των Γιαννιτσῶν δύο ἀκόμα νεοσυγκροτηθέντα ἑλληνικὰ σώματα, τὰ σώματα τοῦ ὑπολοχαγοῦ τοῦ Πεζικοῦ Σάρρου Κωνσταντίνου (Κάλα) καὶ ἀνθυποπλοίαρχου Δεμέστιχα Ἰωάννη (Νικηφόρου) μὲ εἰκοσιπέντε ἄνδρες ὁ καθένας. Πρωταρχικὴ ἀποστολὴ τῶν σωμάτων ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τῶν βουλγάρικων συμμοριῶν ἀπὸ τὴ λίμνη, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐγκατασταθεῖ μὲ ἰσχυρὲς δυνάμεις στὸ νοτιοδυτικὸ τμῆμα της, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει βάση ἐξόρμησης καὶ κέντρο ἀνεφοδιασμοῦ τῶν ἑλληνικῶν σωμάτων γιὰ τὶς περιοχὲς τῆς Κεντρικῆς Μακεδονίας. Ὁ βάλτος ἦταν μία τεράστια περιοχὴ ἑκατὸ τετραγωνικῶν χιλιομέτρων νότια τῶν Γιαννιτσῶν. Λάσπη, πυκνοὶ καλαμιῶνες μαζὶ μὲ βοῦρλα καὶ ραγάζι, ψηλὸ ὡς δύο μέτρα. Τὰ φυλλώματα τῶν φυτῶν ἦταν τόσο πυκνὰ ποὺ δὲν ἔβλεπες πέρα ἀπὸ λίγα μέτρα. Κουνούπια, ψάρια, χέλια, ἀλλὰ καὶ βατράχια καὶ βδέλλες, τὸ κάθε εἶδος κατὰ μυριάδες, ἀποτελοῦσαν τὸν πλοῦτο τοῦ βυθοῦ. Νερόκοτες, ἀγριόπαπιες, ἀγριόχηνες καὶ ἄλλα ὑδρόβια πουλιὰ ἔβρισκαν ἄσυλο στὴ λίμνη. Στὴ δασωμένη ἀκρολιμνιὰ λούφαζαν διάφορα ἀγρίμια, ὅπως ἀλεποῦδες, κουνάβια, ἀγριόχοιροι καὶ λύκοι, ποὺ κατέβαιναν ὡς ἐκεῖ τὸ χειμῶνα. Τὶς φωνὲς αὐτῶν τῶν ζώων μιμοῦντο οἱ κομιτατζῆδες γιὰ νὰ συνεννοοῦνται μεταξὺ ξηρᾶς καὶ καλυβῶν. 

Ὁ βοῦρκος ἀνέδιδε ἀναθυμιάσεις ἀποπνικτικές. Ἡ ζωὴ μέσα στὴ λίμνη ἦταν πραγματικὸ μαρτύριο. Τὸ καλοκαίρι οἱ ἑλώδεις πυρετοὶ ὀργίαζαν. Δὲν ὑπῆρχε κάτοικος τῆς λίμνης ποὺ νὰ μὴν ἔχει προσβληθεῖ. Ἔτσι κάθε ἀτσαλένιος ὀργανισμὸς μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἔφευγε ἀπὸ τὸν βάλτο παίρνοντας στὰ σωθικά του τὴ θανατηφόρο ἑλονοσία καὶ τοὺς ρευματισμούς, ποὺ γρήγορα τὸν ὁδηγοῦσαν στὸν θάνατο ἢ τὸν κάρφωναν γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου καὶ τῆς φθορᾶς. Γιὰ αὐτὸ κανένας Μακεδονομάχος, λένε, δὲν εἶχε ἀντέξει νὰ μείνει στὴ Λίμνη τῶν Γιαννιτσῶν πάνω ἀπὸ ἕξι μῆνες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ντόπιο ὁπλαρχηγό, τὸν Καπετὰν Γκόνο Γιῶτα, ποὺ ἄντεξε μέσα ἐκεῖ ὅλα τὰ χρόνια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Τὴν ἀπέραντη αὐτὴ λίμνη ἐκμεταλλεύονταν ψαρᾶδες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά. Πήγαιναν ἐκεῖ νὰ κόψουν τὸ χρήσιμο ραγάζι. Μὲ αὐτὸ γέμιζαν στρώματα καὶ ἔφτιαχναν σαμάρια γιὰ τὰ ζῶα. Μάζευαν βδέλλες ποὺ τὶς πουλοῦσαν στὸ ἐξωτερικό, γιὰ ἰατρικὴ τότε, χρήση, καὶ κυνηγοῦσαν τις ἀγριόπαπιες καὶ τὰ ἄλλα χρήσιμα ζῶα τῆς λίμνης. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ γυρίσουν στὸ χωριό τους αὐθημερόν, ἔφτιαχναν «πατώματα» μέσα στὴ λίμνη ἀπὸ δέντρα, χοντρὲς ρίζες ἀπὸ καλάμια ποὺ τὰ συνέδεε μεταξύ τους μὲ δοκοὺς καὶ ἔριχναν ἐπάνω χῶμα. Ἀργότερα, πάνω στὰ πατώματα ἔβαζαν πασσάλους καὶ πλέκοντας τὸ ραγάζι ἔφτιαχναν τοίχους καὶ τριγωνικὴ ἢ κωνικὴ στέγη. Αὐτὲς ἦταν οἱ «καλύβες». 

Στὸ μέσον τῆς καλύβας εἶχαν φτιάξει καὶ ἑστία ποὺ ἔκαιγε μὲ ὑδροχαρὴ φυτά, ποὺ ἔβγαζαν περισσότερο καπνὸ παρὰ φωτιά. Στὶς καλύβες ἔφταναν εὔκολα μὲ τὶς πλάβες, τὶς βάρκες δίχως καρίνα ποὺ εὔκολα ἀναποδογύριζαν ἀλλὰ μποροῦσαν νὰ κινοῦνται καὶ σὲ ρηχὰ νερὰ χρησιμοποιῶντας τὸ πλατσί, ἕνα εἰδικὸ κουπί. Κάποτε ὑπῆρχε καὶ ἕνα δεύτερο πλατσὶ ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦσε ὁ πλαβαδόρος γιὰ τιμόνια της πλάβας. Ἔτσι ἡ λίμνη ἔγινε καὶ καταφύγιο κάθε κακοποιοῦ στοιχείου, ὅπως ληστῶν, φυγοδίκων καὶ λιποτακτῶν. 

Οἱ Βούλγαροι μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἀνθελληνικῆς ἐπανάστασης τοῦ «Ἴλιντεν» τὸ 1903, καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὰ τουρκικὰ ἀποσπάσματα βρῆκαν καταφύγιο στὴ λίμνη. Ἔτσι ἀνακάλυψαν καὶ σιγά–σιγά ἐκτόπισαν τοὺς ψαρᾶδες. Ὅλος ὁ γύρω κάμπος καταδυναστευόταν ἀπὸ τοὺς κομιτατζῆδες αὐτούς, ποὺ τὴν ἡμέρα ἔβγαιναν καὶ τρομοκρατοῦσαν τὰ γύρω χωριὰ καὶ τὸ βράδυ τρύπωναν στὶς κρυφὲς καὶ ἀπόρθητες ἕως τότε καλύβες τους. Ἔτσι σιγά–σιγά ἀναγκάζονταν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ Ἕλληνες χωριάτες νὰ δηλώνουν ὑποταγὴ στοὺς ἀδίστακτους κομιτατζῆδες, γιατί διαφορετικὰ ἀντιμετώπιζαν τὸ δολοφονικὸ μαχαίρι, τὴ φωτιὰ καὶ τὸν δυναμίτη. Μπροστὰ στὴν κατάσταση αὐτὴ τὸ ἑλληνικὸ ροξενεῖο στὴ Θεσσαλονίκη ἀποφάσισε νὰ δράσει μέσα στὴ λίμνη, στὴν ἴδια τή φωλιὰ τῶν κομιτατζήδων. Ὁ Ἄγρας λοιπόν, ἀνέλαβε νὰ τοὺς ἐκδιώξει ἀπὸ τὸν βάλτο. Προκαλῶντας τους νὰ ἀναμετρηθοῦν μαζί του, κατάφερε νὰ καταλάβει τὴν περίφημη Καλύβα των Βούλγαρων, γνωστὴ μὲ τὸ ὄνομα Κούγκα. 

Στὶς 14 Νοεμβρίου τοῦ 1906, ὁ Τέλλος Ἄγρας ἐξορμᾶ γιὰ νὰ καταλάβει τὴν κεντρικὴ βουλγαρικὴ καλύβα του Ζερβοχωρίου. Καθὼς ὅμως δὲν εἶχε ἐπαρκῆ δύναμη γιὰ νὰ προκαλέσει ἀντιπερισπασμὸ στὶς γειτονικὲς βουλγάρικες καλύβες, βρέθηκε ἀνάμεσα σὲ διασταυρούμενα πυρά. Στὴν πεισματώδη σύγκρουση οἱ ἀπώλειες ἦταν τρεῖς σύντροφοι τοῦ Ἄγρα νεκροὶ (ὁ Μακρακιώτης ἀπὸ τὴν Δωρίδα, ὁ Θεμελὴς ἀπὸ τὴν Καστοριὰ καὶ ὁ Τριζόπουλος ἀπὸ τὴν Κουλακιὰ) καὶ τρεῖς τραυματίες μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ ὑπαρχηγός του Τυλιγάδης, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος Ἄγρας, ὁ ὁποῖος τραυματίστηκε στὸν δεξιὸ ὦμο καὶ στὸ δεξὶ χέρι. Τὸ κέντρο τοῦ ἀγῶνα κάλεσε τὸν Ἄγρα νὰ μεταβεῖ στὴ Θεσσαλονίκη προκειμένου νὰ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὰ τραύματά του. Στὴ Θεσσαλονίκη παραμένει γιὰ λίγες μόνο ἡμέρες. Τὸ μυαλό του βρίσκεται πίσω στὸν βάλτο καὶ τὰ παλληκάρια του. Χωρὶς νὰ ἔχει ἀποθεραπευθεῖ γυρίζει στὴ λίμνη καὶ συνεχίζει τὸν ἀγῶνα ὡς τὸ Φεβρουάριο τοῦ 1907. Στὶς φωτογραφίες ποὺ διασώθηκαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, βλέπουμε τὸν Ἄγρα μὲ τοὺς συντρόφους του στὸν βάλτο φορῶντας γάντι στὸ δεξὶ χέρι γιατί τοῦ ἔλειπε ἡ ὀνυχοφόρος φάλαγγα ἀπὸ τὸ μεσαῖο δάκτυλο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ του. Στὸν βάλτο ἡ ὑγεία του ἔχει βλαφθεῖ ἀνεπανόρθωτα. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1907 τὸ κέντρο τοῦ ἀγῶνα τῆς Θεσσαλονίκης τὸν στέλνει στὴν Νάουσα, ἀπὸ ὅπου θὰ συνεχίσει τὴν ὀργανωτικὴ δουλειά. 

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θεραπείας του δὲν σταμάτησε νὰ διευθύνει τὸν ἀγῶνα τῆς περιοχῆς του, πολλοὶ ἀγγελιοφόροι ἀπὸ τὰ πλησιέστερα χωριά τον ἐπισκέπτονταν, γιὰ νὰ λάβουν ἐντολὲς καὶ νὰ τοῦ ὑποβάλλουν τὶς αἰτήσεις καὶ τὶς πληροφορίες ποὺ εἶχαν. Ὁ Ἄγρας ἦταν ἀρχηγὸς μὲ ἀκατάβλητη ἀγωνιστικὴ διάθεση. Παρὰ τὸν κλονισμὸ τῆς ὑγείας του καὶ παρὰ τὰ τραύματά του ἐξακολουθοῦσε νὰ παραμένει στὸ καθῆκον, ἂν καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ζητήσει ἄμεση ἀποχώρησή του στὴν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Ἡ πίστη του γιὰ τὸν ἀγῶνα καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴ Μακεδονία δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ προβεῖ σὲ τέτοια ἐνέργεια, τὴν ὁποία θεωροῦσε ἐγκατάλειψη τοῦ ἀγῶνα. Στὴ Νάουσα ποὺ παρέμεινε νοσηλευόμενος ὁ Ἄγρας, διαπίστωσε ὅτι οἱ κομιτατζῆδες τῶν γύρω χωριῶν εἶχαν ἐπιβάλλει ἕναν οἰκονομικὸ ἀποκλεισμὸ στὴν πόλη. Ἀπαγόρευαν στοὺς χωρικοὺς νὰ πηγαίνουν στὸ παζάρι της Νάουσας, καθὼς καὶ τὶς οἰκονομικὲς συναλλαγές, ἐπὶ ποινῇ θανάτου. Αὐτὸ τὸ ἔκανε τὸ Βουλγάρικο κομιτάτο γιὰ νὰ μὴν ἐπηρεάζονται οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες προκρίτους ἀπὸ τοὺς ὁποίους λόγῳ τῆς δημοσιονομικῆς καὶ κοινωνικῆς δομῆς εἶχαν κάποια ἐξάρτηση. Ἔτσι οἱ ἔμποροι καὶ οἱ βιομήχανοι τῆς Νάουσας ὑπέφεραν καὶ ἀναγκάζονταν νὰ βροῦν ἕναν τρόπο διευθέτησης τοῦ προβλήματος. 

Αὐτὸ τὸ κλίμα ἐπικρατοῦσε στὴ Νάουσα καὶ πιὸ πρίν, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ προηγούμενου ἀρχηγοῦ, τοῦ καπετὰν Ἀκρίτα. Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφία του Ἀκρίτα, μερικοὶ πρόκριτοι Ναουσαῖοι προσπαθοῦσαν νὰ τὰ βροῦν μὲ τοὺς κομιτατζῆδες. Γιὰ αὐτὸ ὁ Ἄγρας μιλάει χλευαστικὰ γιὰ τοὺς προκρίτους αὐτούς, τοὺς ὁποίους στὴν κρυπτογραφικὴ ἀλληλογραφία του μὲ τὸ Προξενεῖο ἀποκαλεῖ «λεοντόκαρδους». Ὁ Ἄγρας θέλησε νὰ συναντήσει κάποιους ἀπὸ τοὺς Βουλγαρόφρονες, γιατί καὶ οἱ ἴδιοι ἤθελαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἑλληνισμό. Σὲ ἕνα πρῶτο σημείωμά του πρὸς τὸ κέντρο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ ἡμερομηνία 15 Μαρτίου 1907, ἀναφέρεται ἕνας πρῶτος ὑπαινιγμὸς γιὰ μιὰ συνάντηση: «Κατόρθωσα νὰ φέρω ἐνταῦθα κεφαλὰς «Βρομερῶν» (ἐννοεῖ Βουλγάρων), οἱ ὁποῖοι εἶχαν δύο ἔτη νὰ ἔλθωσιν. Πιστεύω ἂν δὲν συμβεῖ τίποτε τὸ ἔκτακτον, κάτι θὰ ἐπιτύχω. Πάντως, ἔχουν μετανιώσει βλέποντας τὸ ἄδικο καὶ τὸ μάταιον τοῦ ἀγῶνος ὀν διεξάγουν». 

Ἀκόμη πιὸ εὐδιάκριτος εἶναι ὁ ὑπαινιγμός: «Δὲν κοιμοῦμαι διόλου τὴν νύχτα, καθ' ὅσον μόνον τὴν νύχτα ἔρχονται «Βρομεροὶ» καὶ ὁμιλοῦμε. Τοὺς βλέπω ὅλους ἔχοντας ὄρεξιν ΝΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩΣΙΝ... Ἴδωμεν». Ἐν τούτοις, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1907, τὸ προξενεῖο Θεσσαλονίκης ἀποφάσισε νὰ ἀντικαταστήσει τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς ἀντάρτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δοκιμαστεῖ καὶ ἐξαντληθεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, ἀνάμεσά τους καὶ ὁ Ἄγρας, τοῦ ὁποίου τὰ τραύματα δὲν πᾶνε καθόλου καλὰ καὶ ἡ ἑλονοσία τὸν ἔχει καταστήσει πλέον φάντασμα τοῦ ἑαυτοῦ του. Λίγο πρὶν φύγει ἀπὸ τὰ αἱματοβαμμένα χώματα τῆς ἀγαπημένης του Μακεδονίας θέλει νὰ κάνει κάτι μεγάλο. Κάτι ποὺ ἂν πετύχει, ὁ Μακεδονικὸς Ἀγῶνας στὴν περιοχὴ θὰ ἔληγε μὲ κατὰ κράτος νίκη τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων. 

Ὁ Ἄγρας φθάνοντας στὴ Μακεδονία, ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸ Ἑλληνικὸ προξενεῖο εἶχε ἐπιφορτίσει νὰ βοηθοῦν τους Μακεδονομάχους σὲ κάθε περιοχή. Ἔτσι καὶ στὴ Νάουσα στὴν ἐπιτροπὴ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα συμμετεῖχε ἕνα ἐξέχον μέλος τῆς τοπικῆς κοινωνίας. Ἦταν ὁ βιομήχανος Ζαφείριος Λόγγος, ὁ ὁποῖος διατηροῦσε μεγάλο ἐργοστάσιο νηματουργίας στὴ Νάουσα μὲ τὴν ἐπωνυμία «Νηματουργία Λόγγου Κύρτση καὶ Τουρπάλη». Στὸ ἐργοστάσιό του εἶχε ἐργασθεῖ παλιότερα ὁ Βάννης Ζλατάν. Ὁ Ζλατὰν καταγόταν ἀπὸ τὴ Γκολέσιανη τὸ σημερινὸ χωριὸ Λευκάδια τῆς Νάουσας καὶ εἶχε πάει σὲ Ἑλληνικὸ σχολεῖο. Διατηροῦσε φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν ἐργοδότη του Ζαφείριο Λόγγο, ἔβγαιναν μάλιστα μαζὶ γιὰ κυνήγι. Στὴ Νάουσα ἐπίσης ὁ Ἄγρας γνωρίστηκε μὲ τὸν Ἀνώνη Μίγγα, ἕναν οἰκογενειάρχη ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν ἀνθρώπων τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα. Ὁ Ἀντώνης Μίγγας ἦταν ράπτης γουνοποιὸς στὸ ἐπάγγελμα, καὶ εἶχε γνωρίσει τὸν Ζλατὰν ὡς πελάτη. Ὁ Βοεβόδας Ζλατάν, ἀρχηγὸς τῶν κομιτατζήδων τοῦ Βάλτου, κατανικημένος ἀπὸ τὸν Ἄγρα, διωγμένος ἀπὸ ἀρχηγός των Βουλγαροκομητατζήδων, ζητάει ἀπὸ τὸν Ζαφείριο Λόγγο νὰ τὸν φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἄγρα, καθὼς ἤθελε, ὅπως ἔλεγε, νὰ ἐνταχθεῖ στὰ ἑλληνικὰ ἀντάρτικα σώματα. Ὁ Ζαφείριος Λόγγος τὸ ἀναφέρει στὸν Ἄγρα. Καθὼς ὑπῆρχαν ἀρκετὲς πληροφορίες γιὰ τὴν πτώση τοῦ ἠθικοῦ τῶν βουλγάρικων συμμοριῶν καὶ τὴ διάθεση πολλῶν στελεχῶν των κομιτάτων νὰ διακόψουν τοὺς δεσμούς τους μὲ αὐτὰ καὶ νὰ προσχωρήσουν στὸν ἑλληνικὸ ἀγῶνα, καὶ ἐφόσον ὁ Ἄγρας σὲ λίγες μέρες θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀθήνα, θεωρεῖ τὸ γεγονὸς μεγάλη εὐκαιρία. Ἂν κατάφερνε νὰ πάρει μαζί του στὴν Ἀθήνα τον Ζλατάν, ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεση θὰ κέρδιζε ἕνα ἀκόμη στέλεχος μὲ μεγάλη ἐπιρροὴ στὰ βουλγαρίζοντα χωριὰ τοῦ κάμπου της Νάουσας. 

Τὸ φαινόμενο δὲν ἦταν πρωτόγνωρο. Οἱ θρυλικοὶ μάρτυρες τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνα Κώττας, καπετὰν Γκόνος Γιώτας, καπετὰν Νικοτσάρας καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἦσαν μετεστραφέντες κομιτατζῆδες ποὺ εἶχαν δεχτεῖ τὰ ἀντιτουρκικὰ συνθήματα τοῦ ΒΜΡΟ ἀλλὰ ἀντέδρασαν στὰ ἀνθελληνικὰ σχέδια ποὺ σύντομα ἀποκαλύφθηκαν καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Βούλγαροι τοὺς κατέταξαν στοὺς «Γραικομάνους». Πραγματοποιήθηκαν ἀρκετὲς συναντήσεις στὴ Νάουσα, ὅπου ἐρχόντουσαν ἀπεσταλμένοι του Ζλατὰν γιὰ νὰ συζητήσουν. Οἱ συζητήσεις γίνονταν κυρίως νύχτα ἢ Σάββατο, τὴν ἡμέρα τοῦ παζαριοῦ, συνήθως στὸ σπίτι του Μίγγα. Μεταξὺ τῶν ἀπεσταλμένων ἦσαν δύο χωρικοὶ ἀπὸ τὸ χωριὸ Μαρίνα, ὁ Μήτση Πέσιος καὶ ὁ Γιώργης Γκότσης. Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπαφὲς κανονίζεται νὰ γίνει συνάντηση τῶν δύο ἀρχηγῶν, τὴν τρίτη Ἰουνίου. Στὴν συνάντηση παρευρίσκονται ὡς ἐγγυητὲς ὁ Ζαφείριος Λόγγος, ὁ Τώνης Μίγγας, καθὼς καὶ τέσσερις ἀκόμη ὁδηγοί. Ὅλοι εἶναι ἄοπλοι κατὰ τὴ συμφωνία. Μόνο ὁ Ἄγρας φέρει τὸ ἀτομικό του περίστροφο. 

Στὸ σημεῖο τῆς συμφωνίας τους περιμένει ὁ Ζλατὰν ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἀπὸ κομιτατζῆδες ποὺ εἶναι καλὰ κρυμμένοι στὴν γύρω περιοχή. Μὲ τὸ κατάλληλο σύνθημα συλλαμβάνουν τον καπετὰν Ἄγρα καὶ τὸν Ἀντώνη Μίγγα, ἀπελευθερώνοντας τοὺς ὑπόλοιπους συνοδούς τους. Τοὺς διαπόμπευσαν ὡς δῆθεν αἰχμάλωτους, δεμένους καὶ ξυπόλυτους, στὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς, μὲ σκοπὸ νὰ ἀναπτερώσουν τὸ ἠθικὸ τῶν τρομοκρατημένων ὀπαδῶν τῶν κομιτατζήδων. 

Τὴ νύχτα τῆς πέμπτης Ἰουνίου, τοὺς ἀπαγχόνισαν μεταξὺ τῶν χωριῶν «Τέχοβο» (σημερινὴ Καρυδιά), καὶ «Βλάδοβο» (σημερινὸς Ἄγρας). Ἡ θυσία του καπετὰν Ἄγρα ἀντὶ νὰ φοβίσει, ἀντίθετα ξεσηκώνει τοὺς Ἕλληνες. Πλῆθος ἀξιωματικῶν καὶ ἄλλων ἐθελοντῶν ζητάει νὰ πάει στὴν Μακεδονία. Θέλουν νὰ ἐκδικηθοῦν τὸ θάνατο τοῦ καπετὰν Ἄγρα. Λίγες μέρες ἀργότερα, ὁ Γκιώργκη Κασάπτσε, ποὺ πρωτοστάτησε στὴ σύλληψη καὶ στὸ βασανισμό του Ἄγρα, ἐξοντώνεται ἀπὸ τὸ σῶμα του καπετὰν Ἀμύντα καὶ ὁ Ζλατὰν δέχεται ἐννέα σφαῖρες ἀπὸ τὸ «μάνλιχερ» καὶ τὸ «γκρὰ» τῶν ἀδελφῶν Τόλιου. 

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

https://xrisiavgi.com/2026/06/07/08/170753/




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις