Η ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ!

Ὅταν ἡ Κωνσταντινούπολις ἔπεσε, τὸ Ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέμεινε πλέον καμμία δύναμις καὶ καμμία εὐτυχία, ἐφάνη καταδικασμένον ν’ ἀποθὰνῃ ὑπὸ τὴν ἐσχάτην δουλείαν. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος δὲν ἀπέθανε. Ὅτὰν ὅλα τὰ ἔχασε, μόνον, χάρις εἰς τὴν θρησκείαν του, πὸὺ ὑποβάλλει τὴν ἰδέαν τῆς ἀναστάσεως, ἐδημιούργησε δι’ ἑαυτὸ μίαν δύναμιν, ἕνα Ἰδανικόν, τὴν Μεγάλην του Ἰδέαν. Ἐπίστευσε ὅτι θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡμέρα ποῦ θ’ ἀναστηθῇ ἀπὸ τὸν τάφον τῆς δουλείας καὶ ἑνωμένο πάλιν θ’ ἀποτελὲσῃ κράτος εὔμορφος καὶ δυνατό. Ὁ εὐγενὴς Λαός, πὸὺ καὶ τώρα ἀκόμη μετὰ τόσους αἰῶνας ἔχει κὰκὴν ἡμέραν τὴν Τρίτην, τὴν ἡμέραν πὸὺ ἡ βασιλεύουσα ἔπεσε, ᾐσθάνθη μέχρι θανάτου, ᾐσθάνθη σὰν προφήτης τότε καὶ σὰν προφήτης εἶπε σὲ ἔνδοξη εἰκόνα εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν Μεγάλην Ἰδέαν. 

Γενεαὶ γενεῶν, ἐλευθέρων καὶ δούλων οἰκοκυραίων καὶ πολεμαρχῶν, ἐμπόρων καὶ σοφῶν, ἡρώων καὶ μαρτύρων, ἐπὶ αἰῶνας ἐπίστευσαν σὰν δόγμα τοῦ Ἔθνους τὴν Ἐλπίδα καὶ τώρα ἀκόμη αὐτὴ πὸὺ εἶνε πὸὺ σπαράζει μὲσ’ τὴν ψυχὴ καὶ τοῦ πλέον πεπωρωμένου Ἕλληνος, ὅταν ἄλλος ἐξ ἄλλου χειροκροτῇ τὸν ἄσημον χωρικόν, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἀγωνιζόμενος μὲ ξένους νὶκᾷ ἔστω καὶ εἰρηνικὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ ἐσχάτως ἐπεράσαμε κακομοιριασμένη ἐποχή. Ξένοι ἄνθρωποι εἶδαν εἰρωνικά, σὰν ξένον ἔρωτα τὸὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀσυνειδήτως ἀλλ’ ἀναξιοπρεπῶς τὸὺς ἐμιμήθημεν πολλοὶ· ἄγνοια καὶ ἡμιμάθεια ἔκαμαν ἄλλους ν’ ἀμφιβάλλωμεν φυσικὰ διὰ τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζωμεν· κακίαι καὶ ἀτυχήματα τοῦ Ἐλευθέρου Κράτους, συνέπειαι ἄλλως τε τὰ πλεῖστα τῶν μικρῶν του μέσων καὶ τῶν μεγάλων του ὑποχρεώσεων, ἀπεγοήτευσαν ὅσους δὲν δύναται νὰ σκεφθοῦν γενικώτερα· ἀνίκανοι ξένοι συγγραφεῖς, πὸὺ ἀναμασοῦν παλαιὰ σοφίσματα διὰ νὰ κάμουν θόρυβον, διέφθειραν τὴν ψὺχὴν τῶν ἀνεπτυγμένων τῆς κοινωνίας μας, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἔχει ἀρκετὴν πεῖραν, ὥστε νὰ μὴ ξεπάζεται ἀπὸ αὐτά. Ὅλὰ μὰζὶ ἔκαμαν νὰ γεννηθῇ σὰν ἑρπετὸν εἰς τὴν Ἐθνὶκὴν συνείδησιν πολλῶν, ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Μεγάλην τοῦ Ἔθνους Ἰδέαν. 

Ὅσοὶ (καὶ εἶνε εὐτυχῶς πολλοὶ) μὲ ὑγιὴν νοῦν καὶ ἰσχυρὸν χαρακτῆρα δὲν παρεσύρθησαν ἀπὸ τὸν μολυσμένον ἄνεμο, ἂς συγχωρήσουν τὸ βιβλίον αὐτὸ· δὲν ἐγγράφη δι’ αὐτούς. 

Εἶνε ἀνάγκη νὰ ὑπὰρχῃ Μεγάλη Ἰδέα; 

Εἶνε τὸ αὐτὸ σὰν νὰ ἐρωτᾷ κανείς, ἂν εἶνε ἀνάγκη νὰ ὑπὰρχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος καὶ τὸ Ἑλλ. Ἐλεύθερον κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ζήσῃ, δὲν θὰ τὸ ἀφήνουν νὰ ζήσῃ, ὅταν τὸ ἔθνος χάθῇ. Οἱ ἄνανδροι, εἶπε μεγάλος πολιτικός, οἱ ἄνανδροι πὸὺ δὲν αἰσθάνονται τὸ σθένος νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Πατρίδα των, μόνον αὐτοὶ κάμνουν τὴν ἀθλιότητά των φιλοσοφίαν νὰ τὴν ἀρνοῦνται. Ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς Ἔθνους εἶνε ἔνστικος εἰς αὐτό, ὅσον καὶ εἰς ἕνα ἄτομον εἶνε ἔνστικτον ἡ ἀνάγκη νὰ ζῇ. Ἡ ἐξαφάνισις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους θὰ εἶνε μεγάλη ἀπώλεια διὰ τὴν πρόοδον τῆς ἀνθρωπότητος· μία ἰδιοφυΐα, ἕνα ἀπὸ τὰ τελειότερα εἴδη, ἀπὸ τὸὺς τελειοτέρους παράγοντας αὐτῆς θὰ χάθῇ. 

Ἀλλὰ πὸλὺ περισσότερον ἀπὸ ἄτομον, ἕνα Ἔθνος, πὸὺ κανεὶς νόμος δὲν τὸ προστατεύει καὶ τόσον συνθετώτερον εἶνε τοῦ ἀτόμου, ἕνα Ἔθνος δὲν δύναται νὰ ζὴσῃ ἐπὶ πολύ, ὅταν δὲν ἔχῃ Ἰδανικόν, σκὸπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ τείνῃ. Ἕνὰ ξεχωριστόν, ἰδικόν του σκοπόν. Ὅτὰν τὸ Ἔθνος δὲν ἔχῃ Ἰδανικόν, ὅταν δὲν πιστεὺῃ εἰς αὐτό, δὲν ἔχει πρόγραμμα, δὲν ἔχει γνώμονα νὰ κρὶνῃ τί τὸ συμφέρει καὶ τί ὄχι, ποῖος τὸ ὠφελεῖ καὶ ποῖος τὸ βλάπτει, παραπαίει, στέκεται, λιμνάζει σὲ τέλμα συναλλαγῆς καὶ ἀλληλοφαγώματος, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ἀσυνείδητοι μόνον ἐπιτήδειοι ἐπιτυγχάνουν, ὡς ὅτου ἄλλο Ἔθνος πὸὺ ἀκολουθεῖ μὲ πίστιν τὸ ἰδικόν του πρόγραμμα τὸὺς σαρὼσῃ ὅλους. Τὰ ἐνάντια συμβαίνουν, ὅταν τὸ Ἔθνος πιστεὺῃ ἕνα Ἰδανικόν, τείνει πρὸς ἕνα σκοπόν. Ξεύρει τότε ποῦ πηγαίνει καὶ εὑρίσκει τί πρέπει νὰ κάμῃ, αὐτὸ δίδει ἀποφασιστικότητα, ἡ ὁποία εἶνε δύναμις παρασύρουσα πολλάκις καὶ τὸὺς ἀντιθέτους. Αἱ ἀτομικαὶ ἱκανότητες πὸὺ τὸ Ἔθνος ἐγκλείει συνδυάζονται τότε καὶ κάθε μία εὑρίσκει θέσιν εἰς τὸν μεγάλον σκόπὸν, ἐξευγενίζονται, διότι Ἰδανικὸν ὁλοκλήρου Ἔθνους προκαλεῖ αὐταπαρνήσεις. Σὰν ἕνα ἄτομον πὸὺ ἔχει βάλει κάτι εἰς τὸν νοῦν του καὶ τὸ Ἔθνος σχὲδὸν πάντοτε ἐπιτυγχάνει, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐπιτὺχῃ ἐντελῶς, πάντα κάτι ἔχει κερδίσῃ, πάντα ἔχει γὶνῃ καλλίτερον ἑαυτοῦ. 

Καὶ τώρα, τὸν ὀλίγον χρόνον πὸὺ ζῶμεν, δύναται νὰ ἰδῇ κανείς, πῶς συμπίπτει μὲ τὴν ἀπιστίαν πρὸς τὰ Ἐθνίκὰ Ἰδεώδη ἡ παράλυσις τοῦ κράτους, πὸὺ ἐγέννησε τὴν μελαγχολίαν καὶ τὴν μεμψιμοιρίαν εἰς τὴν ψὺχὴν ὅλων, ἀλλὰ καὶ πῶς μὲ τὰς πρώτας θυσίας εἰς τὴν Μακεδονίαν τῶν εὐγενῶν πὸὺ διετήρησαν τὴν πίστιν πρὸς τὴν Μεγάλην Πατρίδα, πῶς ἤρχισε πάλιν κάποια κίνησις, κάποιο ἄνθισμα ἐλπίδων. 

Ἀλλ’ εἶνε κατορθωτὴ ἡ Μεγάλη Ἰδέα; 

Ὑπάρχει κάτι ποὺ δὲν εἶνε λέξις κενή, κάτι πὸὺ ὀνομάζεται Ἑλληνικὸν Πνεῦμα. Εἶνε ἡ ἰδιαιτέρα διάπλασις τοῦ νοῦ καὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν ἀνθρώπων πὸὺ ἔζησαν τὴν Ἑλληνικὴν Φύσιν, ὑπὸ τὴν ἐπὶ γενεὰς ἐπίδρασιν αὐτῆς· τῆς ὁποίας ὁ οὐρανὸς εἶνε περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον βὰθὺς καὶ φωτεινὸς, μὲ χίλιες καλλιτεχνικὲς λεπτότατες ἀποχρώσεις, παρθενικές, χαρωπὲς τὴν αὐγή, δοξασμένες καὶ μελαγχολικὲς τὴν δύσιν· τῆς ὁποίας ἡ θάλασσα ἄστατος, εὐμετάβολος, εὐσυγκίνητος, σκυθρωπιάζει καὶ ἀπὸ ἕνα σύννεφο τοὐρανοῦ καὶ παραφέρεται ἀπὸ τόσους ἀνέμους, ἀπὸ τόσες ἄκρες, ἡ θάλασσα πὸὺ μπαίνει παντοῦ μὲ τὴν ὑγρὴ εὐστροφία της, πὸὺ σκορπίζει δροσιά, πὸὺ ἀπὸ τὶς παραλίες, πάντα φαίνονται βοῦνὰ καὶ νησιά, σὰν ἐλπίδες κοντινές, σὰν ὄνειρα χειροπιαστὰ· τῆς ὁποίας ἡ γῆ καταχωρισμένη, ἔχει τόσον πὸλὺ φῶς καὶ τόσον λὲπτὸ χῶμα. 

Αὐτὰ ἐδημιούργησαν τὸ Ἑλληνικὸν Πνεῦμα, αὐτὰ καὶ τώρα, μὰζὶ μὲ τὴν κληρονομιὰν τῶν γενεῶν πὸὺ ἐπέρασαν. Τὸ δαιμόνιον ἀληθινὰ πνεῦμα πὸὺ ἔχει χίλιες ἐκδηλώσεις, αὐτὸ πὸὺ τὸ βλέπει κανεὶς ὁλοζώντανο εἰς τὰ μάτια ἀκόμη καὶ τοῦ τυχόντος μωραΐτη λουστράκου. 

Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ φύσις θὰ ὑπάρχῃ, θὰ ὑπὰρχῃ καὶ τὸ Ἑλληνικὸ πνεῦμα. Ἀλλ’ αὐτό, ἰδιαιτέρως, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὰς ἄλλας φὺλὰς εἶνε κυρίως πνεῦμα ἐκπολιτισμοῦ καὶ γενικωτέρας προόδου τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτὸ τὸ πρόσωπον ἔπαιξε πάντα εἰς τὴν Ἱστορίαν. Ἀπὸ τότε πὸὺ ἡ μυθικὴ προσωποποίησίς του, ὁ Προμηθεύς, ἔκλεψε τὸ πῦρ ἀπὸ τὸὺς θεούς, μὶὰ μυστικὴ ἀνησυχία προόδου, πὸὺ παίρνει χίλιες μὸρφὲς καὶ εἶνε ἀτομική, καὶ εἶνε φιλοτιμία, φιλοπρωτία, φθόνος καὶ εἶνε γενικὴ καὶ εἶνε φιλομάθεια, ἐνθουσιασμός, ξενολατρεία, μὶὰ μυστικὴ ἀνησυχία προόδου, πὸὺ ἔρχονται ὧρὲς νὰ προξενῇ λύπην καὶ πόνον, εἶνε τὸ βάθος τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς. 

Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀνατολὴ θὰ ἐκπολιτίζεται, καὶ θὰ ἐκπολιτίζεται, ὁ Ἑλληνισμὸς ἕνεκα αὐτῆς τῆς φύσεώς του θὰ ἐπικρατῇ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῆς, εἰς πᾶν ὅ,τι τὸν ἀποτελεῖ, τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὰ γράμματα, τὴν τέχνην, τὴν ἐπιστήμην. Ἀλλ’ Ἔθνος τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ τῶν ἀντιμαχομένων Ἐθνῶν εἰς ἕνα τόπον, εἰς τὸν πολιτισμὸν αὐτοῦ, εἶνε περισσότερον παρὰ πιθανὸν ὅτι θὰ ἐπικρατὴσῃ ἕως τέλους καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ. Μέγα ἱστορικὸν παράδειγμα εἶνε ἡ μεταβολὴ τοῦ Ἀνατολικοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους εἰς Ἑλληνικόν, μόνον χάρις εἰς τὴν ἐκπολιτιστικὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. 

Ἰσχυροὶ ξένοι ἐπεμβαίνουν τώρα εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐπιδιώκοντες τὰ ἰδικά των συμφέροντα. Ἀλλὰ ὁ καὶρὸς τῶν κατακτήσεων, ἔστω καὶ ἐμπορικῶν μόνον, ἐπέρασε διὰ τὴν Εὐρώπην. Ἡ παραλυσία, ἡ φθίσις μόνο τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας εἶνε ἡ αἰτία, ἡ προσωρινὴ αἰτία, τῶν ἐπεμβάσεων πὸὺ γίνονται τώρα εἰς τὸν κατακτημένον τόπον. Ἀλλ’ ὁ αἰών μας εἶνε αἰὼν τῶν Ἐθνῶν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἰς ὅλην τὴν Ἱστορίαν εἶχε Ἰδανικὸν τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος, τὸ πνεῦμα τῆς προόδου τῆς ἀνθρωπότητος, πρῶτον καὶ τώρα τὸ ᾐσθάνθη καὶ τὸ διεκήρυξεν εἰς τὰ ἄλλα δοῦλα Ἔθνη μὲ τὸν Ρήγαν καὶ πρῶτον ἐπολέμησε τὸὺς Τούρκους, πρῶτον ἐπέτυχε νὰ ἐλευθερώσῃ, ὡς ἀρχήν, μίαν γωνίαν αὐτοῦ, πρῶτον ἔκαμε Μεγάλην Ἰδέαν του τὴν ἕνωσιν του εἰς ἐλεύθερον πάλιν κράτος. Μεθ’ ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ἰσχυρῶν, οἱ Βούλγαροι, οἱ Σέρβοι, οἱ Ἀλβανοί, οἱ Ἀρμένιοι πιστεύουν ὅτι πλησιάζει ὁ καὶρὸς πὸὺ τὸ ἔθνος ἑκάστου, ἑνωμένον καὶ ἐλεύθερον θ’ ἀποτελὲσῃ κράτος· διατὶ ὄχι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος; 

Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ κατορθὼσῃ τὴν Μεγάλην του Ἰδέαν, ἐπέτυχεν ἤδη τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τῆς Κρήτης καὶ τώρα εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑξῆς περίοδον. Εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Μακεδονία, ἐνῷ εἰς τὰς πόλεις ὁμιλοῦν ἑλληνικά, ὑπάρχουσι καὶ πὸλλὰ χωρία ὅπου ὁμιλεῖται μῖγμα γλωσσικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει πλείστας σλαυϊκὰς λέξεις ἀλλὰ καὶ πὸλλὰς Ἑλληνικάς, Τουρκικὰς καὶ Ἀλβανικάς. Εἶνε γνὼστὰ τὰ ἱστορικὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους, καθὼς καὶ οἱ λόγοι διὰ τὸὺς ὁποίους ἔχουν τὸ γλωσσικὸν αὐτὸ ἰδίωμα οἱ Ἕλληνες αὐτοὶ σλαυόφωνοι. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται πὲρὶ αὐτοῦ. Τὸὺς σλαυοφώνους αὐτοὺς δύναται κανεὶς νὰ διαιρὲσῃ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀρκετὴν ἀνάπτυξιν, ὥστε νὰ ἔχουν Ἐθνὶκὴν συνείδησιν, καὶ εἰς τὸὺς μὴ ἔχοντας τοιαύτην. 

Οἱ πρῶτοι, ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον, Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαναστάσεων καὶ ἀγώνων, οἱ πλεῖστοι γνωρίζουν καὶ Ἑλληνικὰ καὶ εἶχαν καὶ ἔχουν τὰς Ἑλληνικὰς παραδόσεις καὶ τὸὺς Ἑλληνικοὺς πόθους, τὰ ὁποῖα τώρα μὲ τὴν ἀπανταχοῦ σχετικὴν ἀνάμιξιν τῶν φυλῶν εἶνε τὰ κύρια στοιχεῖα τῆς Ἐθνικότητος ἑνὸς ἀνθρώπου. Οἱ δεύτεροι εἶνε ἕρμαια καὶ κτήματα κάθε βίας. Αὐτοὺς ἐξεμεταλλεύθη ἡ Βουλγαρία διὰ νὰ καταλὰβῃ τὴν Μακεδονίαν, ὅταν αἱ Ἑλληνικαὶ προσπάθειαι ἦσαν ἐστραμμένα πρὸς τὴν Κρήτην· ἔπειτα καὶ μερικοὺς ἀπὸ τὸὺς πρώτους διὰ διαφθορᾶς, τρομοκρατίας ἢ καὶ ὑποσχέσεων ἀπελευθερώσεως. Ἐπὶ τριακονταετίαν χὼρὶς ἀνταγωνισμὸν ἐνεργοῦσα ἐπέτυχε νὰ δημιουργὴσῃ καὶ Βουλγαρικὸν ζήτημα ἐν Μακεδονίᾳ. Ὁ Ἑλληνισμός, τοῦ ὁποίου οὕτως ἀνεκόπτετο ὁ φυσικὸς δρόμος πρὸς τὴν Μεγάλην του Ἰδέαν, ἠναγκάσθη τώρα νὰ στὰθῇ εἰς τὴν Μακεδονίαν διὰ νὰ ἀνατρὲψῃ τὸ πρόσκομμα. Βλάβην καὶ ἐπιβράδυνσιν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων, τὴν ἐπιτυχῶς μέχρι τοῦδε ἐπιδιωκωμένην ὑπὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔφεραν αἱ ἄδικοι βουλγαρικαὶ ἀξιώσεις. Ἀφῄρεσαν ἀκόμη τὸ περισσότερον τῆς εὐγενείας τῶν ἀγώνων τῆς ἀπελευθερώσεως. Τώρα ὁ Ἑλληνισμὸς ἠναγκάσθη ἀντὶ τῶν κατακτητῶν νὰ πολεμὴσῃ πρῶτα τὸὺς ληστάς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνιζόμενον, ἐπωφελοῦνται τῆς περιστάσεως νὰ τὸν κλέψουν. Καὶ ὁ ἀγὼν αὐτὸς εἶνε καίριος, διότι ἀπὸ αὐτὸν θὰ ἐξαρτηθῇ κατὰ μέγα μέρος ἡ Μεγάλη Ἰδέα. 

Εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸ Ἔθνος ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἐκπολιτιστικὴν καὶ τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν ὄχι μόνον εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν Τουρκίαν· καὶ κατ’ αὐτοῦ τὰ συμφέροντα τῶν Δυνάμεων, τὰ ὁποία τώρα εἶνε δυσμενῆ πρὸς αὐτό. Ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν ἀνέτρεψε κατὰ μέγα μέρος τὰ βουλγαρικὰ κατασκευάσματα. Ἀλλὰ ποῖον εἶνε τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ; Θὰ ὑπερισχὺσῃ ὁ Ἑλληνισμὸς ἢ ὅπως εἶνε αὐτὸς ὁ ἀγὼν θὰ ἡττηθῇ εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν τῶν προσπαθειῶν του καὶ θ’ ἀποθάνῃ; 

Ἀπὸ τὸν ὀλίγον καὶρὸν πὸὺ ζῶμε τὰ ἄτομα ἑνὸς ἔθνους, ἀπὸ τὸ παρόν, εἶνε ἀδύνατον νὰ μορφὼσῃ κανεὶς οὔτε τὴν ἐλαχίστην πιθανότητα διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ζῇ ἑκατοντάδας ἐτῶν. Αἱ συνθῆκαι τοῦ παρόντος, οἱ συνδυασμοὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἰσχυρῶν, χιλιάκις θὰ μεταβληθοῦν πρὸ τοῦ τέλους. Χίλια δύνανται νὰ συμβοῦν, τὰ ὁποῖα νὰ μεταβάλουν τὴν ὄψιν τῶν πραγμάτων. Μόνον ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν ὅλην δύναται κανεὶς κατ’ ἀναλογίαν νὰ σχηματὶσῃ κἄποιαν πιθανότητα. Εἰς τὴν Ἱστορίαν ἐξ ὅλων τῶν Ἐθνῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἔχει ἰδιαίτερον χαρακτηριστικὸν ὅτι ἀναγεννᾶται καὶ ἀναζῇ. 

Ὅτὰν ἐξηντλημένη καὶ διεφθαρμένη ἐκ τῶν ἐμφυλίων πολέμων ἡ ἀρχαῖα Ἑλλὰς ἀπέθνησκεν ἀδόξως, τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα μὲ ἰδεῶδες τότε τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς βαρβάρου Ἀσίας, ὕψωσε τὸν Μεγάλον Ἀλέξανδρον εἰς τὸν θρόνον τοῦ παμμεγίστου Ἑλληνικοῦ Ἀλεξανδρινοῦ κράτους. 

Ὅτὰν πάλιν ὁ Ἑλληνισμὸς ἐφάνη θνήσκων ὑπὸ τὴν ῥὠμαϊκὴν δεσποτείαν, ὅταν βάρβαροι ἐπιδρομεῖς ἐλυμαίνοντο καὶ τότε τὰς Ἑλληνικὰς χώρας, τὸ Ἑλληνικὸν Πνεῦμα ἐνεκολπώθη καὶ ἐχειραγώγησε τὴν θρησκείαν, ἥτις θὰ ἐλύτρωνε τὴν ἀνθρωπότητα. Μὲ Ἰδανικὸν τότε τὸν Χριστιανισμόν, μετὰ πὸλὺ δυσκολωτέρους ἀπὸ τὸὺς τώρα ἀγῶνας τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀνέζησεν εἰς τὸ μέγα βυζαντινὸν κράτος. 

Τώρα ἔχει Ἰδανικόν του τὴν ἀνάστασιν τοῦ Ἔθνους. Τὰ πράγματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα μόνον ἠμπορεῖ νὰ σχηματὶσῃ κανεὶς κάποιαν πιθανότητα, λέγουν ὅτι μὲ ὅλους τὸὺς ἀγῶνας καὶ τὰ προσκόμματα ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος θ’ ἀποτελὲσῃ πάλιν ἑνωμένο, εὔμορφο κράτος καὶ δυνατό. 

Ἴων Δραγούμης – Ἡ Μεγάλη Ἰδέα, 1908. 


ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 

https://xrisiavgi.com/2026/06/29/22/171203/ 





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις