ΗΣΙΟΔΟΥ «ΘΕΟΓΟΝΙΑ»

 Ἡ «θεογονία» εἶναι τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν Ἑλλήνων, ἕνα μνημειῶδες ἔργο τοῦ Ἡσιόδου ποὺ περιγράφει τὴ γέννηση θεῶν καὶ ἀνθρώπων καὶ δίδαξε στοὺς Ἕλληνες τὴν ἀπ’ εὐθείας καταγωγή τους ἀπὸ τοὺς θεούς. Πρόκειται γιὰ μιὰ παράδοση γεμάτη σύμβολα ἀπὸ τὴν πανάρχαια ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ πρὶν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ τοῦ Δευκαλίωνα. Ὁ Ἡσίοδος ἀναφέρει ὅτι εἶναι ἕνα θεόπνευστο ποίημα, ποὺ τοῦ ἐνέπνευσαν οἱ Ἑλληνίδες Μοῦσες, οἱ κόρες τοῦ Δία, οἱ ὁποῖες τοῦ ἔδωσαν τὴν ἐντολὴ τί πρέπει νὰ πεῖ καὶ ποιόν νὰ ὑμνήσει. Ἡ θεογονία μαζὶ μὲ τὴν Ἰλιάδα καὶ τὴν Ὀδύσσεια ἀποτελοῦν τὶς πρῶτες γραπτὲς μαρτυρίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζει κάθε Ἕλληνας γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐλέγχει τὴν συνείδησή του ἐὰν καὶ κατὰ πόσο βρίσκεται στὴν πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. 

Σύμφωνα μὲ τὸ ἱερὸ βιβλίο τῆς θεογονίας, ἀρχέγονα βασικὰ στοιχεῖα συντέλεσαν στὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν συνυπῆρχαν, ἀλλὰ ἐμφανίστηκαν διαδοχικά, χωρὶς τὴν ἐπέμβαση κάποιου θεοῦ. 

Ὁ Ἡράκλειτος ἀργότερα λέει: 

«...κόσμον τον δέ, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις
θεόν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἢν ἀεὶ
και ἔστιν καὶ ἔστε πὺρ ἀείζωον.» 

(Τὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ εἶναι ὅλοι ἕνα, οὔτε κάποιος θεὸς οὔτε ἄνθρωπος τὸν δημιούργησε, ἀλλὰ ὑπῆρχε πάντα, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει, μιὰ φωτιὰ ποὺ ζεῖ αἰωνίως) 

Τὸ ἀπέραντο καὶ σκοτεινὸ Χάος, γέννησε – χωρὶς μεσολάβηση ἐρωτικῆς συνουσίας- τὸ Ἔρεβος καὶ τὴ Νύχτα. Τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρά τους, γέννησαν, μὲ τὴ συνουσία τους, τὸν Αἰθέρα καὶ τὴν Ἡμέρα. Ὁ Αἰθέρας, ποὺ γεννήθηκε πρῶτος, ἦταν ἀστραφτερὸς καὶ λαμπερός, μὲ διάφανες φτεροῦγες, ἀκτινοβολῶντας τὸ θεῖο φῶς του πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, χαμογελαστὸς καὶ πανέμορφος, μὲ τεράστιο σῶμα, ἁρμονικὰ μέλη καὶ κατάλευκο δέρμα. Ἅπλωσε τὰ τεράστια σκέλη του σὲ ὁλόκληρο τὸ σύμπαν καὶ σκόρπισε τὴ λάμψη του στὸ θεοσκότεινο Χάος. Ὁ Αἰθέρας συμβόλιζε τὸ πάνω μέρος τῆς ἀτμόσφαιρας, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ καθαρότερο μέρος τοῦ ἀέρα. Ἡ Ἡμέρα, λαμπρή, κατάξανθη, πανώρια κόρη μὲ κατάλευκες φτεροῦγες, ἔριξε ἀμέσως τὸ ἀστραποβόλο βλέμμα της στὸν Αἰθέρα καὶ τοῦ χαμογέλασε... Ἐκεῖνος, μόλις ἀντίκρισε ἕνα παρόμοιο μὲ τὸν ἑαυτό του, φωτεινὸ πλάσμα, ἐνθουσιάστηκε ἀμέσως. Τὰ δύο ἀδέρφια, χαρούμενα καὶ παιχνιδιάρικα, ἔφεραν τὴν εὐτυχία μέσα στὸν κόσμο καί, κυρίως, στὴ Γῆ. Ἔπαιζαν, κυνηγιόνταν μέσα στὸ ἀπέραντο σύμπαν, κρύβονταν πίσω ἀπὸ τοὺς τεράστιους μετεωρῖτες, ἐνῷ συχνά, νευρίαζαν μὲ τὶς σκανταλιὲς καὶ τὶς φασαρίες τους, τοὺς γερασμένους γονεῖς τους, ποὺ κατὰ βάθος ὅμως, καμάρωναν γιὰ τὰ ὁλόλαμπρα παιδιά τους. Ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ σπλάχνα τῆς Νύχτας γεννήθηκαν καὶ ἄλλα παιδιά, τὰ ὁποῖα ἦταν πολὺ σημαντικὰ στὴ ζωὴ τῶν Θεῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὴν κακή, κυρίως, ἔννοια. 

Ἀνάμεσά τους ἡ Ἀπάτη, τὸ Γέρας, ἡ Ἔριδα (φιλονικία), οἱ τέσσερις Ἑσπερίδες, ὁ Κὴρ (δυστύχημα), οἱ Κῆρες (δυστυχία), οἱ τρεῖς Μοῖρες, οἱ Μόρος (πεπρωμένο), ὁ Μῶμος (χλευασμός), τὰ δίδυμα ἀδέλφια Ὕπνος καὶ Θάνατος καὶ πολλοὶ πολλοὶ ἀκόμα ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τους ἦταν φτιαγμένοι νὰ σπέρνουν τὴ διχόνοια, νὰ τιμωροῦν καὶ νὰ βασανίζουν ἀκόμα καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς Θεούς. 

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 

https://xrisiavgi.com/2026/06/10/20/170852/ 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις