ΑΛΩΣΗ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ!
«Ἀκολουθεῖστε μὲ ἀλαφροΐσκιωτοι ἔρχομαι ἐκδικητὴς καὶ τιμωρός».
Δρόμους διαβαίνοντας παλιούς, πλακόστρωτους, μιᾶς χώρας ὄμορφης, πανώριας. Περνῶντας μέσα ἀπὸ ποτάμια, πέλαγα, κοιλάδες, κορφοβούνια. Παντοῦ, σ’ ἀραχνιασμένους πύργους καὶ στοιχειωμένα κάστρα, ἀνάμεσα ἀπ’ ἀσφοδέλους καὶ ματωμένα λούλουδα. Παντοῦ ὅπου κι ἂν πῆγα τὸ ἴδιο παραμύθι, θρῆνος ἀψὺς καὶ γοερός, παντοῦ ὁ ἴδιος: «Ἤτανε κάποτε παλιὰ ἕνας Βασιλιᾶς, Μεγάλος, Δυνατός, Δίκαιος, Ὡραῖος...».
Λόγια ψιθυριστὰ ποὺ ὁ ἀσπρομάλλης γέρος στὸν ἐγγονό του θὲ’ νὰ πεῖ καὶ αὐτὸς στὸν ἐδικό του κι ἔτσι πέρασαν ἀπὸ τότε μίζερα χρόνια μαῦρα πεντακόσια ἑξῆντα:
«Ἤτανε κάποτε παλιὰ ἕνας Βασιλιᾶς...». Τὸ ψιθυρίζουνε μὲ γλῶσσα ἱερὴ τὰ κύματα στὰ γαλανὰ ἀκρογιάλια, στὰ κορφοβούνια ἀετοὶ καὶ κεραυνοί, στοὺς κάμπους οἱ ἀνυπόταχτοι ἀπελάτες τῆς Πατρίδας. Καὶ τὸ τραγούδι δὲ σιγά. Τὸ παραμύθι πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ καθαροαίματη κρατιέται.
«Ἤτανε κάποτε ἕνας Βασιλιᾶς...». Βογκὰ τὸ Αἷμα ἀδίκιωτο στὶς στοιχειωμένες πολιτεῖες τοῦ Μυστρᾶ, τοῦ Γερακιοῦ, στῆς Θεσσαλονίκης τὸ κάστρο καὶ στὸν Βόσπορο, τὸ αἷμα ὅλων αὐτῶν, ποὺ κράτησαν ψηλὰ τὸ Λάβαρο μιᾶς Αὐτοκρατορίας, τῆς Αὐτοκρατορίας μας.
«Μιὰ φορὰ καὶ ἕναν καιρὸ ἤτανε ἕνας Βασιλιᾶς ποὺ εἶχε στὴν ἐξουσία τοῦ κάστρα πολλά, τὸ πιὸ ὄμορφο καὶ δυνατὸ ἀπ’ ὅλα ἦταν χτισμένο σὲ ἕνα ὄμορφο μέρος δίπλα στὴ θάλασσα ποὺ ἦταν σπουδαῖο σταυροδρόμι σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, σὲ Νότο καὶ Βορρᾶ.
Τὸ κάστρο αὐτὸ ποὺ κάποτε ἔλεγαν Βυζάντιο καὶ ὕστερα Κωνσταντίνου Πόλη εἶχε γνωρίσει Δόξες πολλές. Γιὰ χρόνια χίλια κρατοῦσε τὴ Δύναμη τοῦ Κόσμου στὰ σιδερένια χέρια του καὶ ἦταν ἡ ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντι στὰ στίφη τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἀνατολῆς.
Πόσοι καὶ πόσοι ἐχθροὶ δὲν εἴχανε κινήσει νὰ πάρουνε τὸ κάστρο τοῦ Βασιλιᾶ τοῦ παραμυθιοῦ μας. Γιὰ χίλια ὁλόκληρα χρόνια ὅμως αὐτὸ ἔμενε ἀσάλευτο στὴ θέση του καὶ κρατοῦσε τὴ Δύναμη του.
Πολλὲς φορὲς εἶχαν κινήσει ἐχθροὶ νὰ πάρουνε τὸ κάστρο καὶ ἄλλες τόσες εἶχαν γυρίσει ντροπιασμένοι στὶς μακρινές τους χῶρες. Μὰ μιὰ φορὰ δὲν ἦταν σὰν τὶς ἄλλες. Ὁ ἐχθρὸς ἦταν δυνατός, μυριάδες ὁ στρατός του καὶ ὁ Βασιλιᾶς μας μὲ λίγους γενναίους εἶχε ἀπομείνει. Ἑξῆντα μερόνυχτα ὁλάκερα ὁ πόλεμος κρατοῦσε καὶ ἡ Πόλη ἄπαρτη ἔμενε καὶ ὁλόρθη. Ὥσπου μιὰ μέρα θλιβερή, μέρα φαρμακωμένη, ἡ Πόλη ἔπεσε καὶ οἱ βάρβαροι μολέψανε τὰ ἱερά της, πῆραν τὰ πλούτη της, σφάξανε νέους, παιδιὰ καὶ γέρους. Εἶπαν ἀκόμη πὼς σκοτώσανε τὸ Βασιλιᾶ τοῦ κάστρου Κωνσταντῖνο, μὰ αὐτὸ εἶναι ψέμα... Ἤμουν ἐκεῖ στὴν Πύλη ποὺ τὴν λὲν τοῦ Ρωμανοῦ καὶ εἶδα, εἶδα τὸ Βασιλιᾶ νὰ σφάζει τοὺς ἐχθροὺς μὲ τὸ σπαθί του καὶ ἔλαμπε καὶ ἦταν ὅλος μιὰ φωτιὰ ποὺ γύρω-γύρω του φεγγοβολοῦσε λὲς ὁ τόπος. Τὰ χέρια του ἔσταζαν αἷμα. Στὰ στήθη του Χρυσὸς Δικέφαλος Ἀετὸς Στέμμα γεμᾶτος ἀπὸ κόκκινες αἰμάτινες κουκίδες καὶ λαμπερὰ πετράδια.
Τὸ μέτωπο τοῦ ἦταν καθάριο καὶ ἤρεμος σὰν ποὺ ἁρμόζει σὲ Θεὸ ὅπου μοιράζει Δίκιο μου’ μοιάζε. Τὰ πόδια του πατάγανε βαριὰ τὴ γῆ, πέτρινοι πύργοι ὅμοια, σὰν νά ‘τανε σαραντάπηχος Ἀκρίτας.
Ξάφνου τον ζώσανε ἐχθροὶ πολλοὶ κι ὅλοι πιστέψαμε ὅτι τὸ τέλος εἶχε πιὰ σιμώσει. Καὶ ἐκεῖ ὅπου ὁ καθένας μας πάσχιζε στὸ Βασιλιᾶ κοντὰ γιὰ νὰ βρεθεῖ, ἄνοιξαν ξάφνου οἱ οὐρανοὶ καὶ ὁ Βασιλιᾶς ἀπὸ τὰ μάτια μας ἐχάθη.
Εἶπαν οἱ βάρβαροι πὼς σκότωσαν τὸ Βασιλιᾶ τοῦ Κάστρου Κωνσταντῖνο, μὰ αὐτὸ εἶναι ψέμα. Τὸ ξέρω, τὸ εἶδα μὲ τὰ ἴδια μου τὰ μάτια. Κάτω ἀπὸ τὴ Χρυσόπορτα τῆς Πόλης του κοιμᾶται καὶ προσμένει... Καὶ κάθε ποὺ ὁ Ἥλιος γέρνει πρὸς τὴ Δύση ξυπνᾶ καὶ τὸ σπαθὶ τροχίζει, τροχίζει τὸ σπαθί του καὶ λέει κάθε νυχτιὰ τὸ ἴδιο τραγούδι:
«Ἀκολουθεῖστε μὲ ἀλαφροΐσκιωτοι.
Πυκνῶστε τὶς φάλαγγες μοῦ ἐσεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι.
Εἶμαι τὸ πνεῦμα μιᾶς Αὐτοκρατορίας ὅπου ποτέ της δὲν ἐχάθη. Σαλπίσατε Βιγλάτορες τὸν ἐρχομό μου τὰ Λάβαρα ψηλὰ ἀποκρισάριοι ἔρχομαι ἐκδικητὴς καὶ τιμωρός».
Καὶ τὸ τραγούδι ἀκούγεται ἀχὸς σὲ ὅλη τὴ χώρα, ὅλες τὶς νύχτες, τῆς μεγάλης νύχτας τῆς πατρίδας. Σαλεύουνε στὰ ξεχασμένα κάστρα οἱ σκιές, βογκὰ τὸ αἷμα στὶς στοιχειωμένες πολιτεῖες, στὸ Μυστρᾶ, , στὸν Βόσπορο, στοῦ Ρωμανοῦ τὴν Πύλη, καὶ τὸ τραγούδι δὲ σιγά, τὸ ψιθυρίζουν κύματα στὰ γαλανὰ ἀκρογιάλια, Ἀετοὶ καὶ κεραυνοὶ στὰ κορφοβούνια, στὶς νερομάνες καὶ στοὺς ποταμοὺς Νεράϊδες.
«Ἀκολουθεῖστε μὲ ἀλαφροΐσκιωτοι ἔρχομαι ἐκδικητὴς καὶ τιμωρός».
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
https://xrisiavgi.com/2026/06/05/14/170775/



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου