Ο PIERRE DRIEU lA ROCHELLE ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

 Ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ δρόμος ἔβγαλε στὸν κόλπο τῆς Αἴγινας. Μπροστὰ στοὺς ταξιδιῶτες ἦταν τώρα ἡ θάλασσα, ἀλλὰ πιὸ πέρα καὶ πάλι ἡ στεριά – τὰ νησιά, ἡ Πελοπόννησος. Στὴν Ἑλλάδα, ἡ στεριὰ μισανοίγεται συνεχῶς στὸ νερό, τὸ νερὸ εἶναι πάντα ζωσμένο ἀπὸ τὴν στεριά: τὸ κάθε στοιχεῖο βρίσκεται ἐκεῖ γιὰ νὰ ὁριοθετεῖ τὸ ἄλλο, γιὰ νὰ τὸ περιδένει. Ὁ Μποῦτρος, δίχως νὰ πάψει νὰ πλοηγεὶ ἀνάμεσα στὶς γοῦβες, δὲν μπόρεσε νὰ μὴν θαυμάσει αὐτὴ τὴν αἰφνίδια ἐκτύλιξη, αὐτὴ τὴν σοφὴ κλιμάκωση μὲ τ’ ἀγκαλιασμένα ἐπίπεδα: πεδιάδα, θάλασσα, βουνό, οὐρανός. Λεπτοκεντημένος πάνω στὶς κορυφογραμμές, ὁ οὐρανὸς δὲν κυριαρχεῖ στὸ σύνολο. Εἶναι ἐκεῖ δεμένος καὶ κρατάει τὴν θέση του μέσα στὴν διάταξη τῶν ἄλλων γοήτρων. Ἀνάμεσα στὶς ἀνοδικὲς προοπτικὲς ποὺ συνθέτουν τὰ βουνά, τὸ νερὸ καὶ ὁ ἀέρας, ἀκίνητα καὶ διάφανα, σχηματίζουν μαγεμένες λίμνες, ψηλοκρεμαστές, μέσα σ’ ἕνα ζωντανὸ ὄνειρο ποὺ τρέφει ἔντονες παρουσίες. Σὲ λίγο, γιὰ τὸ μάτι ποὺ εἶναι προσηλωμένο σ’ ἕνα ὅλο καὶ πιὸ περίτεχνο θέαμα, δὲν ὑπάρχει οὔτε θάλασσα οὔτε οὐρανός, ἀλλὰ ἕνα φῶς, μιὰ αἰθέρια οὐσία ποὺ διατρέχει ἕναν ἀπόλυτα χειροπιαστὸ παράδεισο. 

Νιώθετε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ Παρθενῶνα, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχτισαν τὸν Παρθενῶνα δὲν νοιάζονταν γιὰ τὴν ὀμορφιά του, ἔχτιζαν μονάχα τὸ σπίτι ποὺ χρειάζονταν γιὰ νὰ στεγάσουν ὅ,τι πιὸ πολύτιμο εἶχαν, τὴ θεά τους καὶ τοὺς θησαυρούς τους, τὴν ἰδέα ποὺ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ ἐξηγοῦν τὴ ζωὴ καὶ ἄρα νὰ ζοῦν, καθὼς καὶ τὰ μέσα ποὺ διέθεταν γιὰ νὰ ζήσουν. Ὁ Παρθενῶνας μπορεῖ νὰ μοῦ διδάξει ἕνα μόνο πρᾶγμα: νὰ τοῦ στρέψω τὰ νῶτα μου γιὰ νὰ προσπαθήσω νὰ κάνω κάτι ἐξίσου δυνατό. 

Σιγά–σιγά τὰ βουνὰ εἶχαν συσσωρευτεῖ στὰ ἀριστερά τους, πρὸς τὰ δυτικὰ εἶχαν ἐπί τέλους πάρει τέλος οἱ κάμποι. Μπῆκαν στὸν ὀρεινὸ ὄγκο τοῦ Παρνασσοῦ, ἀφοῦ περιστράφηκαν γιὰ ὥρα γύρω του... Μιὰ νέα πραγματικότητα ἐρχόταν νὰ προβληθεῖ, ἦταν κι αὐτὸ ἡ Ἑλλάδα. Τὸ βουνὸ καταμεσῆς στὰ πέλαγα, μιὰ ψηλοκρεμαστὴ μᾶζα ποὺ μαστιγώνουν τὰ κύματα. Νὰ ἡ καρδιά, νὰ ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τῆς ζωῆς. Ἐδῶ ξεχνῶ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὶς ταπεινωτικές της διακυμάνσεις, ξαναβρίσκω τὴ φύση στὸν ἀνέγγιχτο, ἀπρόσβλητο μυχό της. Ω, ἀγαθὰ αἰώνια μόρια! Νὰ ἡ κλωστὴ μὲ τὴν ὁποία ὑφαίνεται μιὰ νέα ἀνθρώπινη ὄψη. Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ ἀπρόσιτα φαράγγια κυλάει ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Σ’ αὐτὴ τὴν πηγὴ ξανάρχεται πάντα νὰ πιεῖ ἡ ἀνθρωπότητα καί, ὅταν τούτη ἡ πηγὴ θὰ στερέψει γιὰ ἐκείνη, ἡ ζωὴ παρ’ ὅλα αὐτὰ θὰ συνεχιστεῖ. Καὶ ὅταν τοῦτες οἱ πλαγιὲς καὶ οἱ γκρεμοὶ θὰ καταρρεύσουν μαζὶ μὲ τὸν ἴδιο τόν πλανήτη, ἡ ὕλη θὰ παραμείνει ἀκόμα. Καὶ ὅταν λέω ἡ ὕλη, εἶναι σὰν νὰ λέω τὸ Πνεῦμα. Ἐν τῷ μεταξὺ ἂς πιστέψουμε μὲ τὴν φλόγα τῆς ἄνοιξης καὶ τῆς νιότης στὴν αἰωνιότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς γῆς. 

Τί μὲ νοιάζει ἂν δὲν εἶδα τὸν Παρθενῶνα; Εἶναι τὸ ἀριστούργημα ἑνὸς Χρυσοῦ Αἰῶνα. Ὁ 5ος αἰῶνας πρὸ Χριστοῦ εἶναι ὅπως ὁ 17ος. Ὁ Παρθενῶνας εἶναι οἱ Βερσαλλίες. Ποιό εἶναι τὸ δίδαγμα σήμερα ποὺ μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ τὶς Βερσαλλίες; Ξαναγινόμαστε βάρβαροι, μᾶς λείπουν οἱ νέες καὶ ἄγνωστες μορφές, ἔτσι αὐτὸ ποὺ μᾶς τραβάει στὴν Ἱστορία εἶναι τὰ πρῶτα ἅλματα... Ἀλλὰ ἐνῷ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ξαναπέσουμε στὴν σκοτεινὴ χοάνη, σκυμμένοι πάνω ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἄβυσσο, ὀνειρευόμαστε τ’ αὐριανὰ βλαστήματα μέσα ἀπὸ τὶς καταρρεύσεις καὶ τὶς σήψεις ποὺ μᾶς συμπαρασύρουν. Εἴμαστε ξέπνοοι, δὲν θὰ γεννήσουμε πιὰ τίποτα μὲ τὴν μορφὴ ποὺ γνωρίζουμε, ἡ δύναμη τῆς δημιουργίας θὰ ἐπιστρέψει μετὰ ἀπὸ τρομερὲς ἀποσυνθέσεις. Ἐνῷ ὅμως τὸ ποτάμι τοῦ πολιτισμοῦ μας ἑτοιμάζεται νὰ χυθεῖ στὴν θάλασσα ὅπου τὰ πάντα πνίγονται, σχίζοντας μεμιὰς τὸν ἐπαναλαμβανόμενο κύκλο τῶν ἐξατμίσεων, τῶν νεφῶν καὶ τῶν βροχῶν, ἡ φαντασία μας ξαναβουτάει στὶς πηγὲς ἀπ’ ὅπου θὰ βγεῖ τὸ καινούργιο ποτάμι. Πλανιέμαι γύρω ἀπὸ τὶς ἀβύσσους γιατί ξέρω πὼς μέσα ἐκεῖ ξαναπέφτω καὶ πὼς ἐκεῖ θὰ ξαναβγῶ. Εἶμαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἀεὶ ζών. 

Ἀπὸ τοῦτα ἀκριβῶς τὰ βουνὰ κατέβηκαν κοσμογονίες καὶ ἐποποιίες. Μέσα ἀπὸ τοῦτα τὰ διάσελα ἀνάμεσα σὲ τοῦτες τις βουνοκορφές, ὁδεύω πρὸς τὸ ἄντρο τῆς πρωταρχικῆς ἔμπνευσης. Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ ποίησις. Ἐγώ, ὁ φτωχός, ταλαίπωρος πολιτισμένος, κάνω τὴν θλιβερὴ εὐχὴ νὰ ξυπνήσω τὴν ἠχὼ τῆς βροντῆς ποὺ κατακεραύνωσε τοὺς προδρόμους, τοὺς πρωταρχικοὺς μάντεις. Ω καρδιά μου, ἀνήμπορη πιὰ νὰ πλάσεις θρύλους, δὲν θὰ ριγήσεις, ἄραγε, μέσα στὴν σκιὰ ὅπου πάλλονταν οἱ μεγάλοι μῦθοι, οἱ γεμᾶτοι χυμό; Ἂς ἦταν νὰ μποροῦσα νὰ διακρίνω ἀπὸ μακριά, τὰ τοτέμ, τὰ ἐμβλήματα τῆς ζωτικῆς συμμαχίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά. 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μιὰ γυναῖκα στὸ παράθυρο της», κεφάλαιο «Ταξίδι στὴν Ἑλλάδα». 

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 

https://xrisiavgi.com/2026/07/25/16/171812/ 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις