Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΝΕΤΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ!

 Σὰν σήμερα 1571, δολοφονεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ὁ τελευταῖος Ἑνετὸς στρατηγός της Ἀμμοχώστου, Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος. 

Γεννήθηκε στὶς 21 Ἀπριλίου 1523 στὴ Βενετία καὶ πέθανε στὶς 17 Αὐγούστου 1571. 

Μόλις ἀνέλαβε, λόγῳ τοῦ κινδύνου τουρκικῆς εἰσβολῆς μὲ ἐπίκεντρο τὴν Ἀμμόχωστο, μαζὶ μὲ τὸν Ἀστόρρε Βαγλιόνε ἐπιδόθηκαν σὲ βελτίωση τῶν προμαχώνων καὶ τῶν τειχῶν της Ἀμμοχώστου, αὐξάνοντας τὶς ἀποθῆκες πολεμοφοδίων καὶ τὰ ἀποθέματά τους, καθὼς καὶ τὶς προμήθειες τροφίμων ἀπὸ τὴν Καρπασία καὶ τὴ Μεσαορία. Παράλληλα βάθυναν καὶ πλάτυναν τὴν τάφρο, ἔκτισαν ὀχυρὰ μέσα στὰ τείχη, κατεδάφισαν στὴν πόλη κάθε κτίριο ποὺ παρέβλαπτε τὴν ἄμυνα, ἔκαψαν τὰ τρόφιμα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ συλλέγουν, κατέκοψαν τοὺς κήπους στὰ νότια τῆς πόλης καὶ μετέφεραν τὴ ξυλεία στὴν πόλη, μεταβάλλοντας τὴν περιοχὴ σὲ ἔρημο. Οἱ ὀχυρώσεις αὐτὲς ἔκαναν τὴν Ἀμμόχωστο νὰ φαντάζει ἀπόρθητη πόλη. 

Κατὰ τὸν Μάϊο τοῦ 1570 ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος μὲ διακήρυξη κάλεσε ὅλους ἐκείνους ποὺ εἶχαν καταδικαστεῖ σὲ ἐξορία ἀπὸ τὴν περιοχή της Ἀμμοχώστου (banditi) νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ ἀναλάβουν ὑπηρεσία στὸν στρατὸ μὲ τὸν συνήθη μισθὸ· 300 ἄτομα ἀποδέχθηκαν καὶ γύρισαν, ἐνῷ ἄλλους 300 στρατολόγησε «ἐθελοντικὰ» ἀπὸ τὰ κτήματά του. Γιὰ νὰ λύσει τὸ πρόβλημα τῆς ἐλλείψεως ρευστοῦ χρυσοῦ καὶ ἀργυροῦ νομίσματος γιὰ τὴν πληρωμὴ τῶν στρατευμάτων, ὁ Βραγαδίνος ἔκοψε χάλκινα νομίσματα, βυζάντια, ποὺ θὰ ἀνταλλάσσονταν μὲ ἀσήμι μετὰ τὸν πόλεμο. Ὅποιος ἀρνιόταν νὰ τὰ δεχθεῖ ὡς πληρωμὴ ὁδηγεῖτο στὴν ἀγχόνη. Ἡ αὐστηρότητα τοῦ Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου ὡς μέτρο διατηρήσεως ὑψηλοῦ φρονήματος τῶν πολιορκουμένων ὅταν ἡ πολιορκία τῆς πόλης ἄρχισε ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1570, ὑπῆρξε παροιμιώδης. Ὅταν στὶς 30 Ἰουλίου ἕνας Ἕλληνας ἀνήγγειλε ἐσφαλμένα τρομοκρατημένος στοὺς πολῖτες ὅτι στὴ μάχη σὲ μιὰ ἔπαυλη κοντὰ στὸν Ἅγιο Σέργιο εἶχαν σφαγεῖ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ — ἐνῷ σ' αὐτὴν ὁ Βαγλιόνε εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία — ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος διέταξε νὰ τοῦ κόψουν τ' αὐτιά, ἀλλὰ μὲ παρέμβαση τοῦ Ἀστόρρε Βαγλιόνε τοῦ ἀφαίρεσαν μόνο τὸ ἄλογο καὶ τὰ ὅπλα του. Ὅταν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς λευκωσιάτικης ἄμυνας ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Νικόλαου Δάνδολου μήνυσαν στὸν Ἀστόρρε Βαγλιόνε (ἀρχὲς Αὐγούστου 1570) νὰ ἀφήσει τὴ θέση του στὴν Ἀμμόχωστο καὶ νὰ σπεύσει μὲ στρατὸ στὴν πρωτεύουσα, ὁ Βραγαδίνος διαφώνησε, γιατί θεωροῦσε μάταιη τὴν ἀποστολὴ βοήθειας στὴν ἤδη χαμένη Λευκωσία, ἐξασθενίζοντας ἔτσι τὴν ἰσχυρὴ Ἀμμόχωστο, ἂν κατόρθωνε νὰ φθάσει ὡς τὴν πρωτεύουσα, λόγῳ τῆς τουρκικῆς ἐνημερώσεως γιὰ τοὺς σκοπούς του μέσῳ κατασκόπων. Ὅταν ὁ Βαγλιόνε δοκίμασε, στὶς 10 Αὐγούστου, νὰ φύγει μεταμφιεσμένος καὶ ἀνακαλύφθηκε, ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος ἁπλῶς τοῦ ἐπέτρεψε νὰ στείλει στὴ Λευκωσία τὴ συμβουλή του ἀντὶ νὰ πάει ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Ἐξάλλου ἡ φρουρὰ τῆς Ἀμμοχώστου ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἀνθρώπους πτωχῆς ποιότητας καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν ἐξασθενίσουν περισσότερο μὲ ἀφαίρεση δυνάμεων γιὰ τὴ Λευκωσία. 

Ὅταν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ὀκτωβρίου 1570 ἄρχισε ὁ ὄχι πολὺ ἀποτελεσματικὸς ἀποκλεισμὸς τοῦ λιμανιοῦ της Ἀμμοχώστου κατὰ θάλασσαν ἀπὸ τὸν τουρκικὸ στόλο ὑπὸ τὸν Πιαλὴ Πασᾶ, καὶ στὴν πόλη εἶχαν καταφύγει καὶ μερικοὶ ὑπερασπιστὲς τῆς Λευκωσίας (τελευταῖος ἦλθε ὁ πυροβολητὴς Λεονάρντο Ροσσέττι ντὲ Βερόνα, Ἰανουάριος 1571) ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος μὲ τὸν Βαγλιόνε ἐφάρμοσαν συστηματικὰ τὴν τακτικὴ τῆς συχνῆς ἐπιθετικῆς ἐξόδου κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, προκαλῶντας τοῦ βαρειὲς ἀπώλειες, καὶ γιὰ μεταφορὰ ξυλείας καὶ προμηθειῶν στὴν πόλη, ἢ καταστροφὴ τῶν ἐχθρικῶν ὀχυρώσεων, ἢ μεταφορὰ κοκκινοχώματος γιὰ στερεὸ κτίσιμο τῶν ὀχυρώσεων τῆς πόλης, ἢ (κατὰ τὸν Νέστορα Μαρτινέγκο) γιὰ συλλογὴ πληροφοριῶν, κάποτε σὲ μεγάλο βάθος στὴν ἐνδοχώρα της Μεσαορίας. 

Οἱ ποικιλόμορφες πολεμικὲς καὶ ψυχολογικὲς προσπάθειες τῶν Τούρκων νὰ πείσουν τοὺς πολιορκουμένους νὰ παραδοθοῦν, περιλάμβαναν πλαστὰ γράμματα δῆθεν ἐξ ὀνόματός των πρὸς τὴν βενετικὴ μητρόπολη. Γι' αὐτὸ κατὰ τὶς 5 Νοεμβρίου 1570 μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου καὶ Ἀστόρρε Βαγλιόνε ὁ ἐπίσκοπος Ἱερώνυμος Ραγκατσόνι ἔφυγε στὴ Βενετία μὲ τὸ πλοῖο τοῦ Νικολάου Δονάτο γιὰ νὰ ζητήσει βοήθεια ἐπειγόντως ἀφοῦ ἐκθέσει τα τῆς ἁλώσεως τῆς Λευκωσίας στὶς 9 Σεπτεμβρίου 1570. Ὅταν ἀπέπλευσε ἐπίσης γιὰ τὴ Δύση στὶς 26 Φεβρουαρίου 1571 ὁ ναύαρχος Μαρκαντώνιος Κουιρίνι, ποὺ εἶχε φθάσει μὲ ἐνισχύσεις (1.700 ἄνδρες, πολεμοφόδια, τρόφιμα κλπ.) στὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου ὁ Βραγαδίνος καὶ ὁ Βαγλιόνε ὀργάνωσαν τὸ ἴδιο βράδυ αἰφνιδιαστικὴ ἐπίθεση κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἀφοῦ διέταξαν νὰ κρυφτοῦν ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ οἱ πολεμιστές, ὥστε ἡ πόλη νὰ φαίνεται ἔρημη, ὡς ἂν ὁ πληθυσμὸς νὰ εἶχε φύγει μὲ τὸν Κουιρίνι. Ξαφνικὰ ἄνοιξαν γενικὸ πῦρ καὶ σκόρπισαν τὸν ὄλεθρο στοὺς πολιορκητὲς ποὺ εἶχαν πλησιάσει στὰ τείχη. 

Καθὼς ἡ κατάσταση στὴν Ἀμμόχωστο δυσκόλευε ὁλοένα καὶ περισσότερο, ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος διέταξε στὶς 16 Ἀπριλίου 1571 γενικὴ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἔρευνα γιὰ προμήθειες σ' ὅλα τὰ σπίτια ˙ 5.370 ἄτομα κάθε ἡλικίας καὶ γένους ποὺ βρέθηκαν στὴν πόλη χωρὶς τὴ θέλησή τους διετάχθησαν ἀρκετὰ καθυστερημένα νὰ τὴν ἐγκαταλείψουν ἄοπλα μὲ ὅλα τους τα ὑπάρχοντα καὶ σιτάρι καὶ ἀλεύρι γιὰ μιὰ μέρα μόνο. Κατὰ τὴν ἔξοδό τους, ποὺ τὴν ἐπιτηροῦσε ὁ ἴδιος ὁ Βραγαδίνος στὸν πύργο Διαμάντε, παραδόξως κι ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι εἶχαν κάνει στὴν Κέρκυρα στὰ 1537, οἱ Τοῦρκοι δὲν τοὺς ἐνόχλησαν καὶ τοὺς ἄφησαν νὰ σκορπιστοῦν στὰ γύρω χωριά. 

Τὸ ἀρχηγεῖο του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου βρισκόταν στὸν πύργο του Ἀνδρούτζη, ἀπ' ὅπου στὶς 19 Μαΐου διηύθυνε τὴν ἐπιτυχῆ ἀπόκρουση μεγάλης ἐπίθεσης τοῦ ἐχθροῦ· ὁ στρατὸς καὶ ἡ ἡγεσία του βρίσκονταν στὰ τείχη, διότι τὸ ἐσωτερικὸ τῆς πόλης ἐπλήττετο νύχτα καὶ μέρα ἄγρια ἀπὸ τὸ τουρκικὸ πυροβολικὸ καὶ εἰδικά τους βασιλίσκους. Παρ' ὅλα αὐτὰ καὶ παρὰ τὴ σταδιακὴ ὑπονόμευση τῶν τειχῶν ἀπὸ τοὺς Ἀρμενίους καὶ τοὺς χωρικούς, στὶς 25 Μαΐου ὁ Λαλᾶ Μουσταφᾶ βρισκόταν σὲ δύσκολη θέση, ἂν καὶ εἶχε ἄφθονες προμήθειες, λόγῳ τῶν τρομακτικῶν ἀπωλειῶν τοῦ στρατοῦ του ἀπὸ τὴν ὑπεράνθρωπα γενναία ἀντίσταση τῶν πολιορκουμένων, ποὺ γέμιζε τοὺς Τούρκους θαυμασμό, καὶ τῶν φημῶν ὅτι ὁ χριστιανικὸς στόλος ἦταν στὸ δρόμο γιὰ τὴν Κύπρο. Γι’ αὐτὸ ὁ Τοῦρκος ἀρχιστράτηγος ἔστειλε μήνυμα στὸν Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο μέσῳ ἑνὸς Γενιτσάρου, ποὺ ὁ Ἀστόρρε Βαγλιόνε ἐξαπέστειλε στὸν κύριό του. Στὶς 28 Μαΐου μιὰ βενετικὴ φρεγάτα ἔφερε μήνυμα ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ ξανάφυγε μὲ ἀπελπισμένα νέα μηνύματα τῶν πολιορκουμένων γιὰ βοήθεια, ποὺ ἦταν ἀπαραίτητη λόγῳ τῶν φοβερῶν καταστροφῶν τῶν τειχῶν ἀπὸ τὰ τουρκικὰ κανόνια. 

Κατὰ τὴ σκληρὴ σὲ ἕξι φάσεις τουρκικὴ ἐπίθεση στὶς 3 Ἰουνίου ὁ Βαγλιόνε μετεῖχε ἐνεργὰ στὴν πολύωρη ἄμυνα, ἐνῷ ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος καὶ ὁ Κουιρίνι ἔμειναν στὴν ἐφεδρεία. Οἱ Τοῦρκοι ἀποκρούσθηκαν μὲ 600 νεκρούς. Στὶς 4 Ἰουνίου οἱ ἡγέτες τῆς ἄμυνας ἀναδιοργάνωσαν τὸ σύστημα τῶν ἀμυντικῶν θέσεων, ἀλλὰ ὡς τὸ τέλος τοῦ Ἰουνίου ἡ τουρκικὴ στρατιωτικὴ ὑπεροχὴ ἦταν καταφανὴς παντοῦ, ἡ ἔλλειψη τροφίμων καὶ προμηθειῶν στὴν πόλη ἦταν ἀπελπιστική, κι ὁ πύργος του Ραβέλιν εἶχε σχεδὸν καταληφθεῖ. Στὶς ἀρχὲς τοῦ Ἰουλίου οἱ Τοῦρκοι προχωροῦσαν νικητὲς σταθερὰ σὲ διάφορα σημεῖα τῶν τειχῶν, προσπαθῶντας μὲ πλαστὰ γράμματα πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τὸ λαὸ νὰ τοὺς πείσουν νὰ παραδοθοῦν. 

Μετὰ τὴν πέμπτη γενικὴ ἐπίθεση, στὶς 14 Ἰουλίου, ἡ ἀποφασιστικότητα τῶν πολιορκημένων ἄρχισε νὰ κάμπτεται καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς Λεμεσοῦ προσῆλθε στὸν Βραγαδίνο καὶ μπροστὰ στὸν Βαγλιόνε καὶ ἄλλους ἀξιωματούχους παρουσίασε ἔκκληση τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐξαντλημένος δὲν ἔβλεπε ἐλπίδα ἀνακούφισης ἀπὸ πουθενά. Διαπιστώνοντας τὸν περιορισμὸ τῶν τροφίμων καὶ τῶν πολεμοφοδίων (γιὰ 10 μέρες μόνο) καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπερασπιστῶν, καὶ τὴν καταστροφὴ τῶν πιὸ πολλῶν τμημάτων τοῦ τείχους, ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν Βραγαδίνο νὰ διαπραγματευθεῖ παράδοση τῆς πόλης ἐφ' ὅσον δὲν ἔβλεπε πιθανότητα βοήθειας. Ὁ Βραγαδίνος ζήτησε ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο νὰ λειτουργήσει μὲ βοηθὸ τὸν ἴδιο. Ἔπειτα στρεφόμενος πρὸς τὸν λαό, τοὺς εὐχαρίστησε γιὰ τὸ θάρρος τους καὶ τὴν πίστη τους καὶ τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι ἡ μητρόπολη δὲν θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε. Θὰ ἔστελλε φρεγάτα στὴν Κρήτη νὰ εἰδοποιήσει γιὰ τὴν σοβαρότητα τῆς κατάστασης καὶ τοὺς παρεκάλεσε νὰ ἀντέξουν ἀκόμη 15 μέρες. Ὁ κόσμος ἐνθαρρύνθηκε καὶ ἀποδέχθηκε τὴν ἔκκληση μὲ κραυγές. Ἡ φρεγάτα ἐστάλη στὶς 14 Ἰουλίου, ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ ἡ κατάσταση γιὰ τοὺς ἡρωικοὺς Ἀμμοχωστιανοὺς χειροτέρεψε πιὸ πολύ. Στὶς 28 Ἰουλίου οἱ Τοῦρκοι πρότειναν συνάντηση, καὶ ὁ Μουσταφᾶ ἔστειλε γράμμα στὸν Βραγαδίνο ζητῶντας τοῦ παράδοση μὲ ἔντιμους ὅρους. Ἡ ἀπάντηση ἦταν ὅτι: οἱ ὑπερασπιστὲς θὰ ὑπεράσπιζαν τὸ φρούριο ἴντσα πρὸς ἴντσα μὲ τὸ πυροβολικὸ ἢ μὲ τὰ σπαθιά τους, ἀναλόγως τῶν ὅπλων ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσε ὁ ἀντίπαλος. Μετὰ τὴ νέα ἄγρια γενικὴ ἐπίθεση στὶς 29 Ἰουλίου ἀκολύθησε ἀγριότερη στὶς 30 καὶ ἀκόμη πιὸ ἀνυποχώρητη στὶς 31 μὲ πάρα πολλοὺς νεκροὺς καὶ στὰ δυὸ μέρη, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀξιοθαύμαστη δύναμη ἀντιστάσεως τῶν ἀμυνομένων, μπρὸς στὴν ὁποία οἱ Τοῦρκοι κάμφθηκαν. Ὡστόσο οἱ στρατηγοὶ βλέποντας τὴν ἀξιοθρήνητη κατάσταση τῶν τειχῶν, ἀντελήφθησαν ὅτι τὸ τέλος πλησίαζε καὶ ἀποφάσισαν νὰ παραδοθοῦν ἂν καὶ ὁ Βραγαδίνος ἐτάχθη ὑπὲρ τῆς ἀντιστάσεως μέχρι τοῦ τελευταίου ἀνδρὸς καὶ τῆς τελευταίας σφαίρας. 

Κατὰ τὴν 1η Αὐγούστου ὑψώθηκε λευκὴ σημαία ἀπὸ τὸν ἴδιο τόν Βραγαδίνο, ἂν καὶ δὲν συμφωνοῦσε μ' αὐτό. Ἀπεσταλμένος του Λαλᾶ Μουσταφᾶ διαμήνυσε ὅτι θ' ἄρχιζε διαπραγματεύσεις γιὰ ἀνακωχή, καὶ διετάχθη κατάπαυση τοῦ πυρὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀντιπάλους. Ὁ ὑπαρχηγός του Μουσταφᾶ ζήτησε τὴν παράδοση τοῦ φρουρίου καὶ ἔπειτα ἀπεσταλμένος του ἦρθε στὸν πύργο Διαμάντε, ὅπου πῆρε δυὸ ὁμήρους (Ματθαῖο Γκόλφι καὶ Ἡρακλῆ Μαρτινέγκο), ἐνῷ ὁ Βραγαδίνος καὶ ὁ Βαγλιόνε ὑποδέχθηκαν τὸ γιό του Μουσταφᾶ μὲ τὴ μεγάλη συνοδεία του ἀπὸ ἱππεῖς. Οἱ ὅροι τῆς παραδόσεως ποὺ ὑπεγράφησαν τὴν 1η Αὐγούστου 1571. Σημειώνουμε μόνο ὅτι ὁ Μουσταφᾶ μὲ γράμματα βεβαίωσε τοὺς Χριστιανούς της Ἀμμοχώστου ὅτι θὰ μεσολαβοῦσε στὸ σουλτᾶνο γιὰ χάρη τους, καὶ ἐξέφραζε πρὸς τοὺς Βραγαδίνο καὶ Βαγλιόνε τὸν θαυμασμό του γιὰ τὴν ἀνδρεία τους. 

Ὅταν στὶς 3 Αὐγούστου ὕστερα ἀπὸ δυὸ μέρες «φιλίας» ὁ Βραγαδίνος ἔστειλε τὸν Νέστορα Μαρτινέγκο στὸν Λαλᾶ Μουσταφᾶ γιὰ νὰ τὸν πληροφορήσει ὅτι θὰ τοῦ παρέδιδε τὰ κλειδιὰ τῆς πόλης ἀφήνοντας ὑπεύθυνό της τον Λαυρέντιο Τιέπολο, καὶ ζήτησε ἀκόμη δυὸ πλοῖα γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν στρατιωτῶν του ἐκτὸς Κύπρου (στὴν Κρήτη) κατὰ τὴ συμφωνία, ὁ Λαλᾶ Μουσταφᾶ ἀποδέχθηκε μὲ φιλοφρονήσεις, καὶ κατὰ τὸ βράδυ μὲ συνοδεία τὴν προσωπική του σωματοφυλακὴ ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος ξεκίνησε γιὰ τὴν πικρὴ τελευταία του ἀποστολή, ντυμένος στὰ ἐπίσημα, κόκκινα ἐνδύματα τοῦ ἀξιώματός του, περπατῶντας ὑπὸ τὴ σκιὰ κόκκινης ὀμπρέλας. Μαζὶ τοῦ πήγαινε καὶ ὁ Ἀστόρρε Βαγλιόνε, ὁ Λουδοβίκος Μαρτινέγκο, ὁ Ἰωάννης Ἀντώνιος Κουιρίνι, ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, 50 στρατιῶτες, κάπου 300 συνολικὰ Ἰταλοί, Ἕλληνες καὶ Ἀλβανοί. Κοντὰ στὴν ἔξοδο τοὺς ὑποδέχθηκαν ἀνώτατοι Τοῦρκοι ἀξιωματικοὶ μὲ ἱππικὸ καὶ μὲ τελετουργικὴ μεγαλοπρέπεια τοὺς ὁδήγησαν στὸ στρατηγεῖο τοῦ ἀρχιστρατήγου τους. 

Οἱ Χριστιανοὶ ἀξιωματικοὶ ὅμως παρέδωσαν τὰ ὅπλα τοὺς προτοῦ μποῦν στὸ στρατηγεῖο καὶ οἱ ἔνοπλοι στρατιῶτες ἀφόπλισαν τὰ ντουφέκια τους, ἐνῷ ὁ Λαλᾶ Μουσταφᾶ τοποθέτησε ἰσχυρὴ δική του φρουρὰ γύρω. Οἱ ξένοι του ἀπὸ τώρα ἦσαν ἤδη αἰχμάλωτοί του. Μετὰ ἀπὸ σύντομη φιλικὴ συνομιλία ὁ ἀρχιστράτηγος ζήτησε ὅμηρο ὡς ἐγγύηση γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν πλοίων ποὺ δάνεισε στοὺς παραδοθέντες γιὰ νὰ φύγουν στὴν Κρήτη. Ὁ Βραγαδίνος ἀρνήθηκε λέγοντας ὅτι οἱ ὅροι τῆς παραδόσεως δὲν διελάμβαναν κάτι τέτοιο. Ὁ Μουσταφᾶ ζήτησε εὐθὺς νὰ μείνει ὁ Κουιρίνι ὡς ὅμηρος. Ὅταν ὁ Βραγαδίνος ἀρνήθηκε ὁ Μουσταφᾶ ἐξεμάνη, καὶ ζήτησε λόγο γιὰ τὴν τύχη τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων ποὺ εἶχαν μεταφερθεῖ μέσα στὸ φρούριο. Ὁ Βραγαδίνος εἶπε ὅτι μερικοὺς εἶχε, ἐνῷ τοὺς ἄλλους τοὺς εἶχε στείλει στὴ Βενετία. Ὁ Μουσταφᾶ ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Βραγαδίνος τοὺς εἶχε σκοτώσει. Ὁ Βραγαδίνος ὑπεσχέθη νὰ κάμει ἔρευνα στὴν πόλη καὶ ἀρνήθηκε ὅτι περίσσεψαν προμήθειες καὶ πολεμοφόδια ποὺ δὲν παρεδόθησαν στοὺς νικητὲς κατὰ τὴ συμφωνία (εἶχαν ἤδη παραδοθεῖ 7 βαρέλια μπαρούτι). Ὁ ἀρχιστράτηγος τότε ἔξαλλος ἀναπήδησε καὶ κραδαίνοντας μαχαίρι φώναξε: γιατί, σκύλε, κρατοῦσες τὸ φρούριο ἀφοῦ δὲν διέθετες τὰ πρὸς τοῦτο μέσα; Γιατί δὲν παρεδόθης πρὶν ἀπὸ ἕνα μῆνα ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ ἀπώλεια τῶν 80.000 καλυτέρων ἀνδρῶν μου; Οἱ Χριστιανοὶ τότε δέθηκαν καὶ ὁ Βραγαδίνος τρεῖς φορὲς ὑποχρεώθηκε νὰ προτείνει τὸν λαιμό του γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. 

Κατὰ τὶς τουρκικὲς πηγὲς τὸ θέμα τῶν αἰχμαλώτων εἶχε τεθεῖ καὶ κατὰ τὴν ὑπογραφὴ τῶν ὅρων τῆς παράδοσης καὶ ὁ Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ λογοδοτήσει ὁ ἴδιος γι’ αὐτό. Ἐφ' ὅσον ἡ παράδοση εἶχε ὑπογραφεῖ χωρὶς νὰ ἐπιμένουν στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Τοῦρκοι, ἡ ξαφνικὴ ὀργὴ τοῦ πασᾶ ἦταν προφανῶς προσχεδιασμένη. Ὁ Λαλᾶ Μουσταφᾶ μὲ τὸ χέρι του ἀπέκοψε τὸ δεξὶ αὐτί του Βραγαδίνου καὶ διέταξε ἕνα Τοῦρκο νὰ κόψει τὸ ἄλλο καὶ τὴ μύτη του, βρίζοντάς τον. Ἔπειτα διέταξε τὴ σφαγὴ ὅλων τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἦσαν στὸ στρατόπεδό του. Σώθηκε μόνο ὁ Ἡρακλῆς Μαρτινέγκο καὶ τρεῖς Ἕλληνες. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Βαγλιόνε ἀποκεφαλίστηκε ὁ Λουδοβίκος Μαρτινέγκο. Παρὰ τὴν προσπάθεια τοῦ Λαλᾶ Μουσταφᾶ νὰ τοὺς ἐμποδίσει, μεγάλο πλῆθος πῆγε στὴν πόλη καὶ στὰ πλοῖα καὶ ἄρχισε νὰ σφάζει καὶ νὰ ληστεύει καὶ νὰ αἰχμαλωτίζει τοὺς Χριστιανούς. Ὕστερα ἀπὸ πολλὴ σφαγὴ (350 στὸ ἴδιο τὸ στρατόπεδο τοῦ Λαλᾶ Μουσταφᾶ) στὶς 8 Αὐγούστου 1571 ὁ Τοῦρκος πασᾶς μπῆκε θριαμβευτὴς στὴν πόλη καὶ ὁ Βραγαδίνος ἔζησε ὡς τὴν Παρασκευή, 17 Αὐγούστου, γιορτὴ μωαμεθανική, ὁπότε ἐνῷ ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος ὑποχρεώθηκε νὰ μεταφέρει βαριοὺς σάκους ἀπὸ χῶμα καὶ πέτρες κάνοντας τὸν γῦρο τῶν τειχῶν καὶ νὰ φιλᾶ τὸ χῶμα κάθε φορὰ ποὺ περνοῦσε στὸ πλάϊ του ὁ Μουσταφᾶ. Ἔπειτα σχεδὸν νεκρὸς μεταφέρθηκε στὸ πλοῖο τοῦ Ἀρὰπ Ἀχμέτ, ποὺ τὸν μυκτήρισε γιὰ τὴν ἀδυναμία τῶν Χριστιανῶν νὰ στείλουν βοήθεια στὴν Ἀμμόχωστο, ἔχοντάς τον δεμένο σὲ μιὰ καρέκλα. Σὲ μισὴ ὥρα τὸν πῆραν στὴν κεντρικὴ πλατεῖα τῆς πόλης, ὅπου τὸν ἐγύμνωσαν, τὸν ἔδεσαν σὲ κολώνα καὶ τὸν ἔγδαραν ζωντανὸ (ὁ ἐκτελεστὴς ἦταν Ἑβραῖος). Ἐνῷ ὁ Βραγαδίνος ξεψυχοῦσε ὁ Μουσταφᾶ ἀπὸ τὸ παλάτι, τοῦ ζήτησε νὰ γίνει Μουσουλμᾶνος γιὰ νὰ σωθεῖ καὶ νὰ γίνει εὐνοούμενος τοῦ σουλτάνου. Γιὰ μισὴ ὥρα ὁ Βραγαδίνος ἄντεξε τὸ μαρτύριο ὥσπου τὸ μαχαίρι τοῦ Ἑβραίου ἔφθασε στὴ μέση. Τότε ξεψύχησε προσευχόμενος, ἡ κεφαλή του ἀπεκόπη, καὶ τὸ κορμί του κομματιάστηκε στὰ τέσσερα καὶ μαζὶ μὲ τὸ κεφάλι καὶ τὰ σπλάχνα τοποθετήθηκε στοὺς πέντε προμαχῶνες. Τὸ δέρμα του γεμίστηκε μὲ ἄχυρο καὶ βαμβάκι, ντύθηκε μὲ τὰ ἐπίσημα ἐνδύματά του καὶ κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη ὀμπρέλα τὸν μετέφεραν μὲ μιὰ ἀγελάδα γύρω στὰ τείχη, στοὺς δρόμους τῆς πόλης, μὲ ἕνα Τοῦρκο πλάϊ νὰ φωνάζει στὸν κόσμο: χαιρετίστε τὸν κύριό σας καὶ πᾶρτε ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀμοιβὴ τῆς πίστης σας καὶ τοῦ μόχθου σας ποὺ σκορπίσατε στοὺς τέσσερις ἀνέμους. Ἔπειτα μὲ τὶς κεφαλές του Ἀστόρρε Βαγλιόνε, τοῦ Λουδοβίκου Μαρτινέγκο καὶ τοῦ Ἀνδρέα Βραγαδίνου μεταφέρθηκαν στὴ συριακὴ ἀκτὴ καὶ ἔπειτα στὸ Λαγιάτζο καὶ στὴν Καραμανία, ὅπου διαπομπεύθηκαν, ὡς ὅτου μεταφέρθηκαν στὴν Ἀμμόχωστο στὶς 21 Σεπτεμβρίου. 

Ἡ ἱστορικὴ κριτικὴ δέχεται ὁμόθυμα ὅτι ἡ ἀπερίγραπτη αὐτὴ ἀγριότητα τοῦ Λαλᾶ Μουσταφᾶ ἦταν προσχεδιασμένη καὶ ἀποτέλεσμα ψύχραιμης ἀποφάσεως καὶ αἱμοδιψοῦς σαδιστικῆς διαθέσεως γιὰ ἐκδίκηση. Κανεὶς δὲν δέχεται τὴν ἄποψη τῶν τουρκικῶν πηγῶν ὅτι ὁ Λαλᾶ Μουσταφᾶ ξαφνικὰ θύμωσε ὅταν ἀνακάλυψε τὴν «σφαγὴ» τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων ἀπὸ τὸν Βραγαδίνο καὶ τὰ «βασανιστήρια» στὰ ὁποῖα εἶχαν ὑποβληθεῖ αὐτοί, κατὰ τὴν «ὁμολογία» του. Ἄλλη ἑρμηνεία τῆς ἀγριότητας εἶναι ἡ ὀργή του Μουσταφᾶ γιὰ τὴν παρρησία του Βραγαδίνου κατὰ τὴ συνάντησή τους καὶ γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὸ θάρρος μὲ τὸ ὁποῖο τὸν ἀντιμετώπισε καθὼς καὶ γιὰ τὴν θριαμβευτική του πορεία ἀπὸ τὰ τείχη πρὸς τὸ στρατόπεδο τοῦ Λαλᾶ Μουσταφᾶ σὰν νὰ ἦταν αὐτὸς ὁ νικητής. Ἀργότερα τὸ δέρμα του μετεφέρθη στὴ Βενετία καὶ ἐτάφη μὲ τιμές. Λιγότερα 

Νικόλας Κυριάκου 

Ι.Λ 

ΛΑΡΙΣΑ 

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις