ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΩΣ ΕΦΑΛΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΤΑΣΗ!
Ὅταν ἡ ἀκατάβλητη στρατιά των Μήδων ἐκθεμελίωσε τὴν Ἐρέτρια, ἔπειτα ἀπὸ τὴν προδοσία του Εὐφόρβου καὶ τοῦ Φιλάγρου, μιὰ ἀγωνία πρωτόγνωρη κατέλαβε τὸ στρατόπεδο τῶν Ἀθηναίων. Ἦταν κοινὸ μυστικὸ ὅτι ἡ πόλη τῆς Παλλάδας ἦταν ὁ ἑπόμενος στόχος του Δαρείου. Ὁ ἴδιος, πρὶν ἀπὸ χρόνους πολλούς, ὅταν οἱ Ἴωνες ἐπαναστάτησαν στηριγμένοι στὶς δυνάμεις τῆς μητρόπολης, εἶχε διατάξει ἕναν πιστό του δοῦλο νὰ τοῦ ὑπενθυμίζει κάθε ἡμέρα, τὴν πανουργία τῶν Ἀθηναίων. Μὲ προτροπή του Ἰππία, τοῦ γιοῦ του Πεισίστρατου, ποὺ μήδισε ὅταν ἔχασε τὰ σκῆπτρα τῆς ἐξουσίας, οἱ βάρβαροι ἀποβιβάστηκαν στὴν πεδιάδα τοῦ Μαραθῶνα. Ἐκεῖ, ἡ παράδοση λέει πὼς ὁ γέρων αὐτός, ποὺ αὐτομόλησε στὴν αὐλὴ τοῦ μεγάλου βασιλέως, ἔχασε ἕνα ἀπὸ τὰ δόντια του μέσα στὴν ἄμμο τῆς παραλίας. «Τόση γῆ μας ἀνήκει, ὅση καταλαμβάνει τώρα αὐτό μου τὸ δόντι» σκέφτηκε, κρίνοντας πὼς ὁ οἰωνὸς αὐτὸς προεικονίζει τὴν ἐπικράτηση τῶν Ἑλλήνων.
Τὴν ἴδια ὥρα, μιὰ ἐπίλεκτη στρατιὰ δέκα χιλιάδων Ἀθηναίων ὁπλιτῶν ξεκινοῦσε γιὰ τὸν Μαραθῶνα. Διανύοντας τὴν ὁδό της Κηφισιὰς καὶ ὄχι τῶν Μεσογείων (τὴ διαδρομὴ θὰ λέγαμε τῆς σημερινῆς λεωφόρου Κηφισίας), ἔφτασε ἔπειτα ἀπὸ ταχεῖα πορεία στὶς ὑπώρειες τοῦ ὅρους ποὺ δεσπόζει στὰ ἀνατολικὰ τῆς πεδιάδας τοῦ Μαραθῶνα. Στρατοπέδευσε στὸ ναὸ τοῦ Ἡρακλέους, σὲ σημεῖο στρατηγικό, ἀπ’ ὅπου κατόπτευε τὴν ἐχθρικὴ στρατιὰ καὶ ἦταν ἕτοιμη γιὰ πλευρικὴ ἐπίθεση σὲ περίπτωση ποὺ ὁ ἐχθρὸς ἐκινεῖτο πρὸς τὴν Ἀθήνα. Ἐκεῖ, στὸ πολεμικὸ συμβούλιο τῶν δέκα στρατηγῶν, ἀναμετρήθηκε ἡ τόλμη μὲ τὴν ἀτολμία. Ἡ σύνεση μὲ τὸ μαχητικὸ πνεῦμα. Αὐτοὶ ποὺ ἤθελαν νὰ μείνουν καὶ νὰ πολεμήσουν, μὲ αὐτοὺς ποὺ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἄρουν τὴν ἀσπίδα τους καὶ νὰ φύγουν. Οἱ στρατηγοὶ ἰσοψήφισαν. Στὴ δημοκρατία ἡ ἀρετὴ τιμᾶται τὸ ἴδιο μὲ τὴν φυγομαχία. Μιὰ ψῆφος ἔμενε γιὰ νὰ κρίνει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖο θὰ χάραζε καὶ τὸν ροῦ τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. Ἡ μοῖρα ὅρισε τὴν ὥρα ἐκείνη, στὴν κρίσιμη θέση τοῦ πολέμαρχου νὰ ὑπηρετεῖ ἄνδρας ἐνάρετος καὶ τολμηρός. Μὲ τὴν ψῆφο τοῦ Καλλίμαχου ἀποφάσισαν τελικὰ οἱ Ἀθηναῖοι νὰ παραμείνουν στὸν Μαραθῶνα καὶ νὰ πολεμήσουν.
Περίμενε νὰ περάσουν μέρες ὁ Μιλτιάδης γιὰ νὰ δώσει τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἐπίθεση. Ὁ ἀθηναϊκὸς στρατός, μαζὶ μὲ χίλιους γενναίους Πλαταιεῖς εἶχε παραταχθεῖ στοὺς πρόποδες τοῦ ὅρους, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων. Μιὰ νύχτα, αὐτόμολοι Ἕλληνες τῆς περσικῆς στρατιᾶς, Ἴωνες ποὺ διέφυγαν μέσα στὸ σκότος ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ δεσμά, μετέφεραν τὸ μεγάλο νέο. Τὸ ἱππικό των Μήδων εἶχε ἐπιστρέψει στὰ πλοῖα. Ἂν ξεκινοῦσε ἀμέσως ἡ μάχη, ἡ ἑλληνικὴ φάλαγγα θὰ κυριαρχοῦσε. Παρὰ τὴ συντριπτικὴ ὑπεροχὴ τῶν βαρβάρων σὲ ἀριθμό, ὁ ἄρτιος ἐξοπλισμὸς καὶ ἡ μοναδικὴ τακτικὴ τῶν Ἑλλήνων θὰ ἔκρινε τὴν ἔκβαση τοῦ πολέμου. Σὲ χρόνο μηδὲν συντάχτηκαν οἱ λόχοι καὶ τὰ σώματα μάχης. Στὸ δεξιὸ ἄκρο πρωτοπόρος ὁ Καλλίμαχος, μὲ τοὺς ἐπίλεκτους τῶν Ἀθηνῶν. Στὰ ἀριστερά, ἐξίσου στιβαρὴ ἡ παράταξη μὲ τὴν ἐνίσχυση τῶν πολεμιστῶν ἀπὸ τὶς Πλαταιές. Τὸ κέντρο παρέμεινε ἐπίτηδες ἀποδυναμωμένο, μὲ τὶς μορφὲς τοῦ Ἀριστείδη καὶ τοῦ Θεμιστοκλῆ νὰ δεσπόζουν. Ἀπέναντι σὲ τόσους λίγους, τόσοι πολλοί. Ἑξῆντα χιλιάδες βάρβαροι μαχητές, ἕνα σύμμεικτο πλῆθος ἀπὸ ἔθνη τῆς Ἀσίας. Ἡ σύγκρουση ποὺ ἐπέκειτο θὰ ὅριζε τὴ μοῖρα ὁλόκληρου τοῦ ἀρχαίου κόσμου.
Μὲ σταθερὸ βηματισμὸ καὶ μὲ ἕναν μακρόσυρτο παιᾶνα ξεκίνησαν οἱ Ἕλληνες γιὰ νὰ συναντήσουν τὰ στίφη τῶν βαρβάρων. Τὸ βάδισμα γρήγορα τάχυνε, μέχρι ποὺ σὲ λίγο ἡ σκόνη κάλυψε τὴν προέλαση καὶ οἱ ψυχὲς τῶν βαρβάρων πλημμύρισαν μὲ φόβο. Ὁ παιᾶνας ἔγινε πολεμικὴ ἰαχή, κάλεσμα θανάτου, φόρος τιμῆς στὸν Ἐνυάλιο Ἄρη. Οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἤδη διανύσει χίλια πεντακόσια μέτρα στὸ ἀναπεπταμένο πεδίο. Στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς ἡ ἀνεπανάληπτη ὁρμὴ τῶν ὁπλιτῶν δὲν ἄφησε κανένα περιθώριο στοὺς τοξότες τοῦ ἐχθροῦ. Οὔτε μιὰ ἀπώλεια δὲν σημειώθηκε στὸ κρίσιμο αὐτὸ σημεῖο, ὅπως ἀκριβῶς εἶχε προβλέψει ὁ Μιλτιάδης. Οἱ ἀποστάσεις ἐκμηδενίστηκαν. Στὸ τελευταῖο βῆμα ἡ φάλαγγα συνέκλινε. Οἱ Ἕλληνες ἀθρόοι ἐπέπεσαν στὸν συμπαγῆ ὄγκο τῶν βαρβάρων. Ἕνας μεταλλικὸς κρότος συντάραξε τὰ πάντα. Δὲν εἶχε προηγούμενο ἡ σφαγὴ στὰ δύο ἄκρα τῶν παρατάξεων. Ὁ βαρὺς ὁπλισμὸς τῶν Ἀθηναίων ἰσοπέδωσε σὰν ὁδοστρωτῆρας τους Μήδους. Οἱ μπροστινοὶ στοῖχοι σφάζονταν μαζικὰ καὶ ἀκαριαία. Εἶχε λάμψει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ ἀθάνατη πολεμικὴ τέχνη τῶν Ἑλλήνων. Ὅσοι ἀκολουθοῦσαν, ἀνέστρεψαν ἀμέσως τὰ νῶτα συμπαρασύροντας τοὺς πάντες σὲ μιὰ ἄτακτη φυγή. Τὴν ἴδια ὥρα, τὸ ἑλληνικὸ κέντρο ἄρχισε νὰ ὀπισθοχωρεῖ μὲ τάξη, ὁδηγῶντας τοὺς ἐπίλεκτους Πέρσες καὶ Σάκες σὲ μιὰ θανάσιμη παγίδα. Τὰ ἑλληνικὰ ἄκρα δὲν κατεδίωξαν οὔτε στιγμὴ τὸν ὑποχωροῦντα ἐχθρό. Μόλις διέλυσαν τὴ συνοχή του, ἄλλαξαν μέτωπο καὶ χτύπησαν μὲ μανία τὸ στιβαρὸ ἐχθρικὸ κέντρο. Μέσα σὲ λίγη ὥρα, τὸ σύνολο τῆς ἐχθρικῆς στρατιᾶς εἶχε διαλυθεῖ. Οἱ ἀπώλειες τῶν Ἑλλήνων ἦταν μηδενικές.
Στὴν καταδίωξη ποὺ ἀκολούθησε σημειώθηκαν σκηνὲς φρίκης. Χιλιάδες βάρβαροι χάθηκαν τότε στὰ ἕλη τοῦ Μαραθῶνα, παρασυρμένοι ἀπὸ τὸν ἱερὸ πανικὸ ποὺ τοὺς εἶχε καταλάβει. Οἱ περισσότεροι ἀναζήτησαν καταφύγιο στὰ πλοῖα, ποὺ εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νὰ ἐγκαταλείπουν τὸ πεδίο τῆς σφαγῆς. Οἱ Ἕλληνες ὁπλῖτες ἐπέπεσαν τότε μὲ μανία στὸν ἐχθρικὸ στόλο καὶ ἀπέκλεισαν κάθε ὁδὸ διαφυγῆς. Σὲ ἐκείνη τὴ φάση τῆς μάχης σημειώθηκαν καὶ οἱ μοναδικὲς ἑλληνικὲς ἀπώλειες. Ἡ μέθη τῆς σφαγῆς εἶχε καταλάβει τοὺς πάντες. Οἱ Ἀθηναῖοι δὲν πολεμοῦσαν πλέον σὲ φάλαγγα, ἀλλὰ κατὰ μόνας. Οἱ βάρβαροι ἀπέναντι στὸν βέβαιο θάνατο, ἀγωνίστηκαν σὰν τὸ ζῶο ποὺ ἀντλεῖ θάρρος ἀπὸ τὴν ἀπελπισία του. Σὲ ἐκείνη τὴ φάση τῆς μάχης σημειώθηκαν καὶ οἱ πιὸ παράτολμες καὶ ἡρωικὲς πράξεις τῶν Ἑλλήνων. Ἐκεῖ ἔπεσε μαχόμενος ὁ πολέμαρχος Καλλίμαχος καὶ ὁ στρατηγὸς Στησίλαος. Πάνω σὲ ἕνα ἐχθρικὸ πλοῖο ἐπέδραμε ἐντελῶς μόνος ὁ Κυναίγειρος τοῦ Εὐφορίωνος, ἀδερφὸς τοῦ μεγάλου Αἰσχύλου. Ὅταν δεκάδες ἐχθροὶ ἐπιχείρησαν νὰ τὸν σταματήσουν, αὐτὸς ἔμεινε ἐκεῖ νὰ πολεμᾶ μόνος ἐναντίον ὅλων. Ἀκόμα καὶ ὅταν τὰ ἐχθρικὰ ξίφη τὸν ἀκρωτηρίασαν, αὐτὸς συνέχισε τὸν ἀγῶνα, κατειλημμένος ἀπὸ μιὰ ἱερὴ μανία καὶ μόνο ὅταν οἱ ἐχθρικὲς νύξεις διέλυσαν τὴν περικεφαλαία, τὸ πρόσωπο καὶ τὸ κρανίο του, ὁ ἥρωας αὐτὸς παραδόθηκε στὰ χέρια τοῦ θανάτου καὶ τὸ ὄνομά του παρέμεινε ζωντανὸ στὴν αἰωνιότητα.
Πολλοὺς χρόνους ἀργότερα, ὅταν ἐγκατέλειπε αὐτὸν τὸν κόσμο ὁ ἀδερφός του Κυναίγειρου, μιὰ λιτὴ στήλη ὑψώθηκε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο του. Δὲν ἐπέλεξε ὁ Αἰσχύλος, αὐτὸς ὁ μέγας δραματουργός, ποὺ τὸ ἔργο του δόξασε τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα στοὺς αἰῶνες, νὰ μνημονεύσει τίποτε πέρα ἀπὸ τὶς μεγάλες στιγμὲς τοῦ Μαραθῶνα. Τίποτα δὲν σήμαινε γι’ αὐτὸν ἡ αἰώνια φήμη τοῦ μεγαλύτερου τῶν τραγικῶν. Τίποτα δὲν ἔμενε πίσω, παρὰ μόνο ἡ δόξα ἐκείνου τοῦ ἀξέχαστου πρωινοῦ: «Τὸν Αἰσχύλο του Εὐφορίωνος τὸν Ἀθηναῖο, κλείνει αὐτὸ τὸ μνῆμα τῆς εὔφορης Γέλας. Γιὰ τὴν εὐδόκιμο ἀλκή του θὰ σᾶς πεῖ τὸ ἄλσος τοῦ Μαραθῶνος καὶ ὁ Μῆδος μὲ τὴ μακριὰ χαίτη ποὺ ἔτυχε καλὰ νὰ τὴ γνωρίσει». Αὐτοὶ ὑπῆρξαν κάποτε οἱ Ἕλληνες καὶ ἂν σήμερα μᾶς ἔχει ὑποτάξει ἄνευ ὅρων τὸ διεθνὲς τοκογλυφικὸ κεφάλαιο, θὰ ἔρθει σίγουρα ἡ μέρα ποὺ θὰ ἀναβιώσει τὸ ἀρχαῖο κλέος. Θὰ ἀνατείλει σίγουρα μιὰ μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ Ἑλλάδα, μιὰ νέα Χρυσῆ Αὐγὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ!
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
https://xrisiavgi.com/2026/09/15/11/172807/


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου