#ΕΙΔΗΣΕΙΣ_google KΑΤΩ Η #ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΨΗΦΩΝ, ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ, ΤΩΝ ΤΖΟΓΑΔΟΡΩΝ & ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ! #ΠΕΡΙΚΛΗΣ_ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ #ΝΕΟΝ_ΠΝΕΥΜΑ
Αὐτὴ εἶναι ἡ Τωρινὴ Ἑλλάς. Καταχρεωκοπημένη Πνευματικῶς ἀπὸ τὴν πρώτην της ἡμέραν. Καταχρεωκοπημένη πραγματικῶς. Μὲ Κράτος γνήσιον, ληστρικότατον, Τουλήν. Στρυφογυρίζουσα ἀδιεξόδως εἰς τὰ ἴδια καμώματα καὶ τὰ ἴδια ψεύματα τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Ἐλευθερίας της, τὰ ὁποῖα ἐβαρύνθησαν καὶ οἱ πέτρες. Ἀδυνατοῦσα νὰ σταθῇ εἰς τὰ πόδια της. Ἀδυνατοῦσα νὰ δημιουργήση τὸ παραμικρὸν Ἐθνικόν. Ναρκώνουσα καὶ καταπνίγουσα τὴν Τιτάνειον δύναμιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀτόμου. Καταδολοφονοῦσα καὶ καταατιμάζουσα καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπὶ ἕνα ἤδη αἰῶνα, μὲ τοὺς Προξένους της. Καταληστεύουσα αὐτόν, δένουσα τὰ χέρια του καὶ κρατοῦσα σφικτὰ αὐτόν, εἰς τὰ πανταχόθεν ραπίσματα χάριν της, ἐνῷ αὐτὴ στουπὶ εἰς τὸ Βουλευτικόν της μεθύσι, κυλιέται εἰς τὸ Παραδείσειον περιβόλι της, κατατρωγομένη ἀπὸ τὴν ἐσωτάτην της λέπραν, τὴν Ἀμάθειαν, τὴν Ἀνηθικότητα καὶ τὸν χυδαιότατον Ἐγωισμόν, θεόστραβη πρὸ τοῦ Ἔργου τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ ἐκτελέση. Ἀναίσθητος πρὸ τῶν κακῶν καὶ τῶν χαμῶν, ποὺ προξενεῖ εἰς τὴν Φυλὴν καὶ εἰς ἑαυτήν, μὲ πρόσωπον φουσκολωβιασμένον καὶ ἐγκέφαλον παράλυτον, ὁλόκληρον καρκίνον, μεταδίδοντα σπασμωδικὰς τρελλὰς κινήσεις εἰς τὸ Σῶμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ Τωρινὴ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς τῶν Κλεφτῶν-ἡρώων. Τῶν Κλεφτῶν Κουτσούρων. Καὶ ἡ Ἑλλὰς τῶν παιδιῶν αὐτῶν. Ἀντὶ ὑψηλῶν Ἀριστοκρατῶν φορτωμένων μὲ τὴν Πατρικὴν Δόξαν τοῦ Πυρὸς καὶ τὴν ἰδίαν Δόξαν Πνεύματος καὶ Εὐγενείας – Τραμπουκογαλάντιδων καὶ τέλος τῶν ἀπογόνων αὐτῶν καὶ τῶν διαδόχων τῶν Συστημάτων τῶν, Κλεφτῶν τοῦ 97, Κλεφτῶν Ἐκφυλισμένων, Κλεφτῶν Ἀνηθίκων, Κλεφτῶν Γραμματοστραβῶν καὶ Γραμματολεπρῶν, Κλεφτῶν ΜΠΟΥΦΩΝ καί, τρισχειρότερον καὶ συνολικότερον ὅλων, ἡ ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ.
Αὐτή, ἀμυδρῶς, εἶναι ἡ Τωρινὴ Σᾶς Ἑλλάς. Καὶ θὰ ἦτο ἀνεξήγητον θαῦμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχη τὸ τερατῶδες αὐτὸ κατασκεύασμα, ἐὰν δὲν τὸ ἐστήριζεν ἡ Ἱερὰ Συμμαχία τῶν Μεγάλων Κροκοδείλων, ἡ ὑποκύψασα εἰς τὴν ἠθικὴν πίεσιν τῶν Λαῶν καὶ ἀναγκασθεῖσα νὰ κυρώση τὴν Ἐλευθερίαν καὶ δημιουργήση Ἔθνος Ἀνεξάρτητον – φαινομενικῶς, ἀλλὰ δέσασα τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα χειροπόδαρα ἀνέκαθεν, ἀλλ’ ἐξωθοῦσα. Αὐτὸ εἰς ὅλους τοὺς κρημνοὺς καὶ τοὺς ἀτιμασμούς – ἐὰν δὲν εἶχε συμφέρον μέγιστον νὰ τὸ διατηρῇ, ὅπως ἦτο τὸν αἰῶνα αὐτόν, ὅπως εἶναι τώρα καὶ χειρότερον ἀκόμη, διὰ νὰ κατακομματιάζη καὶ διαρπάζη Αὐτή την Ἑλληνισμὸν ἀνέτως, δημιουργοῦσα καὶ ἐξωθοῦσα Ἀλβανοὺς καὶ Βουλγάρους, λαοὺς βλάκας, λυσσῶντας καθ’ ἡμῶν, τῶν φυσικῶν τῶν Εὐεργετῶν καὶ Προστατῶν, φουσκώνοντας σὰν Ἰνδιάνους, καὶ σὰν Ἰνδιάνους βλάκας, ἀδυνατοῦντας νὰ ἐννοήσουν ὅτι παχύνται μάταια τρώγοντες ἡμᾶς, διὰ νὰ χρησιμεύουν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν Πασχαλινὴν Βότκα του Μουζίκου καὶ τὰ Χριστούγεννα τοῦ Φράγκου. Καὶ ἀκόμη θὰ ἦτο θαῦμα, πῶς ὑφίσταται τοιοῦτον κατασκεύασμα, ἐὰν δὲν τὸ ἐκράτει, κυριώτερον ἀόμη, ἡ κολοσσαία Δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ πραγματικὴ αὐτὴ Δύναμις καὶ τὸ Γόητρον τῆς Ἀρχαίας μας Ἑλλάδος. Γόητρον ἰσχυρότερον τοῦ Γοήτρου τῶν Θεῶν. Δύο δυνάμεις τρισμέγισται, ἀνυπολόγιστοι, τὰς ὁποίας ἀνηθίκως καὶ χυδαιότατα ἐκμεταλλεύεται ἡ Τωρινή, χωρὶς κἂν νὰ τὰς ἐννοῇ καὶ αἱ ὁποῖαι κρατοῦν ἀβύθιστον τὸ Ληστρικὸν αὐτὸ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΝ.
Καὶ διέξοδος; Μία καὶ μόνη. Ἕνα καλὸ πρωί, ὦ Τωρινοὶ Ἀόμματοι Βλᾶκες, θὰ εὑρεθῆτε ἐπαναστατημένοι, χωρὶς νὰ γνωρίζετε το πῶς καὶ τὸ τί καὶ τὸ διατί, χωρὶς νὰ ξεύρετε τί θέλετε καὶ τί γυρεύετε καὶ ποῦ πηγαίνετε. Καὶ τὴν Ἐπανάστασιν αὐτὴν τὴν αἰσθάνεσθε, τὴν ἐπικαλεῖσθε, τὴν ποθεῖτε, ἀρχίσατε πρὸ καιροῦ νὰ τὴν λέγετε, νὰ τὴν γράφετε, νὰ τὴν συνηθίζετε, νὰ τὴν περιμένετε ὡς μόνην Σᾶς Σωτηρίαν. Διὰ νὰ Σᾶς γλυτώση ἀπὸ τοὺς ἀνηθίκους λαβυρίνθους καὶ ἀπὸ τοὺς τραγελάφους – διὰ νὰ Σᾶς γλυτώση ἀπὸ τὸν Ἑαυτόν Σας. Καὶ ἡ Ἐπανάστασις αὐτή, ὅπως καὶ αἰαδήποτε ἄλλη μεταβολή, μὲ τὰ μυαλὰ ποὺ ἔχετε καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βάζετε εἰς τὸν σβέρκον Σας, θὰ Σᾶς ἐξαπατήση καὶ θὰ Σᾶς βυθίση χειρότερα, εἰς χειρότερους τραγελάφους καὶ σκότη. Θὰ Σᾶς ἀποτελειώση, ὑποσχομένη νὰ Σᾶς διορθώση – ὅπως ἡ κάθε μεταβολὴ ποὺ ἐκάματε – καὶ θὰ Σᾶς ἀποκοιμίη, διὰ νὰ πεταχθῆτε μετὰ ὀλίγα ἔτη ὀρθοί, ἀπὸ τὸν Νέον Σᾶς Ὕπνον... καὶ ἰδῆτε τέλος μὲ πεταγμένα μάτια ἐμπρός Σας, τὸν πραγματικόν... ΧΑΡΟΝ.
Ἕναν ὁλόκληρον Αἰῶνα καταβεβηλώνετε ἀποτρόπαια τοὺς Πρώτους Ναοὺς τῆς Φυλῆς. Καὶ οἱ Ὡραῖοι Θεοί, ἐκδικούμενοι Σᾶς μεταμόρφωσαν εἰς ΧΟΙΡΟΥΣ.
Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀληθινὴ Τωρινὴ Ἑλλάς. Ἂλλ’ ἐπειδὴ δὲν θὰ πιστεύετε ὅτι εἶναι αὐτή, δὲν φαντάζεσθε ὅτι εἶναι τρισελεεινοτέρα καὶ αὐτῆς, συγκεφαλαιωθήτωσαν καὶ συναποδειχθήτωσαν ὅλα διὰ μιᾶς Εἰκόνος, διὰ τῆς ὁποίας συγχρόνως δύνασθε νὰ μετρήσετε τὴν Κατάπτωσίν Σας μαθηματικῶς.
Συμπλησιάσετε τὰ ἄκρα ἑνὸς Αἰῶνος καὶ παραστήσετε τοὺς Δύο φόνους, παραλλήλως καὶ ταυτοχρόνως.
Τὸν ΦΟΝΟΝ τοῦ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ.
Τὸν ΦΟΝΟΝ τοῦ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ.
Ὑψώσετε τὴν Αὐλαίαν, καὶ ὁρίστε νὰ καθρεπτισθῆτε.
ΣΚΗΝΗ Α’
ΕΛΛΑΣ: ΦΩΣ
Ἐποχὴ τοῦ 1831. Ἀνθρωπότης Μαρτύρων καὶ Ἡρώων. Εἰς τὸ βάθος χαλάσματα καὶ κρημνίσματα ἀχνίζοντα ἀπὸ αἵματα, καπνίζοντα ἀπὸ μπαρούτια. Ἀπὸ τὰ ἀναστατωμένα χώματα, ἕνας Ὕμνος Ἐλευθερίας ὑψώνεται, συμπάλλων αἰματοκαπνισμένους ἀέρας, περινεφώνων τὴν Νέαν Ἑλληνικὴν ΔΟΞΑΝ, τὴν διαβαίνουσαν βιαστικά, μὲ μορφὴν Δόξης Ψαρῶν του Γύζη. Ἐμπρός, δρόμος Ναυπλίου, φέρων εἰς μικρὰν Ἐκλκησίαν. Αἱ κεφαλαὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Ἄνδρες, Λέοντες, Ἥρωες, Ἡμίθεοι διέρχονται. Κάθε στῆθος Πληγαί. Κάθε Καρδιὰ Ἠρωϊσμός. Κάθε κεφάλι φῶς, κάθε πτυχὴ λάμψις δόξης, κάθε ἀσημοκαπνισμένη πάλα μυθικὴ ἐποποιία, κάθε χρυσοκαπνισμένον πιστόλι ἠρωϊκὸν ποίημα. Διέρχονται λευκοχρυσάργυροι, κατάφορτοι Δόξης καὶ μὲ λεοντοθύμους χαίτας εἰσέρχονται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δύο μένουν.
Γεννήματα τοῦ Μυθικοῦ χρυσαετοῦ τῶν Ὀρέων τῆς Μάνης. Αἷμα του Πετρόμπεη. Καὶ οἱ δύο Νέοι καὶ οἱ δύο Ὡραῖοι καὶ οἱ δύο Ἥρωες. Πιθανὸν οἱ Ἥρωες τῆς Τρωάδος νὰ μὴν ἦσαν τόσον ὡραῖοι, ἀλλὰ βέβαιον ὅτι τὰ ἀτρόμητα πετρώματα τοῦ Ταϋγέτου ἐπέταξαν ἕνα Ἠρωϊκὸν Γένος Ἀπολλώνειον. Μένουν, μὲ τὸ στῆθος ἀναμμένον ἀπὸ τὸ πάθος. Μένεα πνέοντες, διὰ τὴν ἰδίαν χαλιναγώγησιν καὶ διά την κακῶς νοουμένην προσβολὴν κατὰ τῆς Κορυφῆς των, σκέπτονται ἐκδίκησιν. Τίποτε παράξενον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν. Ὁ Ἑλληνικὸς Ἐγωισμὸς ὑπερισχύει τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Ὁ Ἀχιλλεὺς ἐγκαταλείπει τὸν ἀγῶνα καὶ ἀφήνει νὰ θερίζωνται οἱ Ἕλληνες πρό της Τρωάδος, διότι ὁ Ἀγαμέμνων του ἐπῆρε μίαν αἰχμάλωτον ποὺ δὲν τὸν ἐνδιέφερε διόλου. Ἐδῶ μάλιστα εἰσχωρεῖ καὶ τὸ δραματικῶς ὡραῖον καὶ ὑψηλόν. Ἡ ὑπόθεσις κατὰ Κορυφῆς προσβολῆς.
Πλησίον των ἕνα φάσμα ἄσπρης Ἀρκούδας, μὲ ράσον καὶ πετραχήλι καὶ τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὰ χέρια, ἐκκαίει τὸ πάθος. Ἂλλ’ Ἔρχεται... Ἕνας Εἰρηνοποιός, ἕνας Ποιμὴν Λαοῦ, ἐρχόμενος νὰ φέρη το Φῶς εἰς τὸ Σκότος τῶν καπνῶν, τὸν Ρυθμὸν εἰς τὸ Χάος καὶ προχωρεῖ γαλήνια. Ὅλοι ἐξέρχονται τοῦ ναοῦ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν. Οἱ δύο Νέοι Ἥρωες, μὲ ἕνα βόγγον, ὁρμοῦν: Ὁ Καποδίστριας Νεκρός. Ἡ Νέα Ἑλλὰς ὁλοφυρομένη ἐπὶ τοῦ Μεγάλου Νεκροῦ, μὲ γόους φωνάζουσα τὸν Χαμόν της.
ΣΚΗΝΗ Β’
ΕΛΛΑΣ: ΚΟΠΡΟΣ
Ἐποχὴ τοῦ 1905. Ἀνθρωπότης Δικηγορίσκων, Ὑπαλληλίσκων, Χαρτοπαικτῶν καὶ Βουλευτῶν. Ἀνθρωπότης Χρεωκοπημῶν, Ἀτιμασμῶν καὶ Ἡττῶν. Ἀποσυντεθειμένη, σαπρώδης, γυναιώδης, γραώδης, κλαψιάρα, τρεφομένη μὲ Κόλυβα Μνημοσύνων καὶ ἐπιταφίους λόγους. Ἀέρας ἀποπνικτικὸς ἀπὸ σαπίζοντα ἄνθη κηδειῶν καὶ σύννεφα μολυβένια Ἐθνικῶν Ἀτιμασμῶν, πλακόνοντα τὸν Οὐρανόν. Ἐμπρός, δρόμος φέρων πρὸς Βλακογερμανικὸν Μπουδρούμι, δεχόμενον τὴν καφτὴν ἀρὰν κάθε διαβάτου, ἐκπνέον λιποθυμιστικὴν δυσωδίαν Μουχλιασμένων Λόγων: ἡ Βουλή.
Ἔξωθεν ψῆφοι, μισθοί, ἀργόμισθοι, θεσιθῆραι, ὄχλος ψήφων καὶ ὄχλος Βουλευτῶν, μολυβένιοι στρατιῶται καὶ ζευζέκηδες ἀνεβοκατεβαίνοντες εἰς τὰ πρόθυρα. Ἕνας ψῆφος χυδαῖος, μὲ χυδαῖον σταφιδιασμένον, χασισοποτισμένον κορμί, μὲ ροῦχα σουπιᾶς καὶ μοῦτρα σουπιᾶς, Γέννημα Χαρτοπαιγνίου καὶ Θρέμμα Μητσέα – Τρισμέγιστης Προσωπικότητος, ὑπερασπιστὴς τῆς Ἐλευθερίας τοῦ Χαρτοπαιγνίου, πνέων ἐκδίκησιν διὰ κλείσιμον Καταγωγίων: ὁ Κωσταγερακάρης. Καὶ ἕνα κασόνι λουστρατισμένον ποὺ τὸ τρέχουν δύο ἄλογα, καταφθάνει πρὸ τῆς κλίμακος. Ἕνας Γέρων Ἠθοποιός, προσπαθῶν μόνον μὲ τὸ γόητρον δύο λευκῶν φαβοριτὼν νὰ συγκρατήση τὴν φαινομενικὴν τοὐλάχιστον ὕπαρξιν τῆς Ἑλλάδος, ἕνας ἀποξηραμένος ψευτοθεσμός, κατέρχεται, ὑποκλινόμενος ἐδαφιαίως πρὸ κάθε Σαριδιοῦ. Ὁ χυδαῖος δολοφόνος, μπήγων εἰς τὴν κοιλιά του ἕνα σουβλὶ ἀπὸ σουβλάκια.
Ἡ ὁλομέλεια τῆς Ἀκαδημίας των Ντοτόρων, ἀδυνατοῦσα νὰ βαλσαμώση ἕνα Καλάμι. Ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος Πτῶμα ἀποσυντεθειμένον, μένον εἰς τὸν Ἥλιον, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ταριχευθεῖ. Οἱ Διάδοχοι ἀλληλοσκοτωνόμενοι, πρὸς νὰ πρωτοκόψει τὸ Πόδι τοῦ Νεκροῦ, διὰ νὰ Ἀρχηγήση δι’ αὐτοῦ τοῦ Λαβάρου, αἱ Ὀρδαὶ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ψήφων ἀποχαλινούμεναι, ξεσκλῶσαι μὲ τὰ δόντια, τὰ κρέατα τῆς Τρισδυστήχου Ἑλλάδος, παραδιδόμεναι εἰς τὸ Τελειωτικὸν Διαρπαγμόν.
Περικλῆς Γιαννόπουλος, Νέον Πνεῦμα
1906



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου